Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀρχηστής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀρχηστής Medium diacritics: ὀρχηστής Low diacritics: ορχηστής Capitals: ΟΡΧΗΣΤΗΣ
Transliteration A: orchēstḗs Transliteration B: orchēstēs Transliteration C: orchistis Beta Code: o)rxhsth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A dancer, Il.16.617, 24.261, IG12.785,919, Epich.171, Pi.Fr.148, Pl.Euthd. 276d, OGI51.45 (Ptolemais, iii B. C.), etc. ; later esp. pantomimic dancer, αὐτῷ τῷ ῥυθμῷ μιμοῦνται αἱ τῶν ὀ. Arist.Po.1447a27, cf. Luc. Salt.67; ὀ. οἱ ἐς τὰς μαχαίρας ὀρούοντες Democr.228.

German (Pape)

[Seite 390] ὁ, der Tänzer; Il. 16, 617. 24, 261; Ar. Pax 768; Plat. Euthyd. 276 d; oft bei Luc., bes. von Pantomimen.

Greek (Liddell-Scott)

ὀρχηστής: -οῦ, ὁ, (ὀρχέομαι) ὁ ὀρχούμενος, χορευτής, Ἰλ. Π. 617, Ω. 261, Ἐπίχ. 95 Ahr., Πινδ., κλ.· παρὰ μεταγεν. ἰδίως, ὁ ὀρχούμενος παντομιμικῶς, αὐτῷ τῷ ῥυθμῷ μιμοῦνται οἱ τῶν ὀρχηστῶν Ἀριστ. Ποιητ. 1, 6, πρβλ. Λουκ. π. Ὀρχ. 67· ὀρ. πολέμου, ὁ ὀρχούμενος τὸν πολεμικὸν χορόν, δηλ. πολεμιστής, Wern. εἰς Τρυφιόδ. σελ. 434· ὀρχησταὶ οἱ ἐς τὰς μαχαίρας ὀρούοντες Δημόκρ. παρὰ Στοβ. Τ. 16. 17. ΙΙ. = ὀρχηστοδιδάσκαλος, ὁ διδάσκων τὴν ὀρχηστικήν, χοροδιδάσκαλος, Πλάτ. Εὐθύδ. 276D.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
danseur, particul. danseur qui joue la pantomime.
Étymologie: ὀρχέω.

Greek Monolingual

θηλ. ορχηστρίς, ο (ΑΜ ὀρχηστής, θηλ. ὀρχήστρια, Α θηλ. και ὀρχηστρίς, -ίδος) ορχούμαι
χορευτής
αρχ.
1. χοροδιδάσκαλος
3. ως κύριο όν. Ὀρχηστής
προσωνυμία του Απόλλωνος και του Πανός.

Greek Monotonic

ὀρχηστής: -οῦ, ὁ (ὀρχέομαι),
I. χορευτής, σε Ομήρ. Ιλ., Πίνδ. κ.λπ.
II. αυτός που διδάσκει χορό, χοροδιδάσκαλος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ὀρχηστής: οῦ ὁ
1) плясун, танцор Hom.;
2) актер-пантомим, исполнитель пантомимы Arst., Luc.;
3) Plat. = ὀρχηστοδιδάσκαλος.

Middle Liddell

ὀρχηστής, οῦ, ὁ, ὀρχέομαι
I. a dancer, Il., Pind., etc.
II. a dancing-master, Plat.