Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡρηφόρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὡρηφόρος Medium diacritics: ὡρηφόρος Low diacritics: ωρηφόρος Capitals: ΩΡΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: hōrēphóros Transliteration B: hōrēphoros Transliteration C: oriforos Beta Code: w(rhfo/ros

English (LSJ)

ον,

   A leading on the seasons, or bringing on the fruits in their season, epith. of Demeter, h.Cer.54, 192, 492, Orph.Fr.49.102.

Greek (Liddell-Scott)

ὡρηφόρος: -ον, ὁ προάγων τὰς ὥρας τοῦ ἔτους ἢ φέρων τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν, ἐπίθ. τῆς Δήμητρος, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 54, 192, 492· ― ἕτεροι προπαροξυτόνως ὡρήφορος, ὁ φερόμενος ὑπὸ τῶν ὡρῶν.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui produit les saisons ou les fruits.
Étymologie: ὥρα, φέρω.

Greek Monotonic

ὡρηφόρος: -ον (φέρω), αυτός που προάγει τις εποχές του έτους ή φέρνει τους καρπούς στην εποχή τους, σε Ομηρ. Ύμν.

Russian (Dvoretsky)

ὡρηφόρος: HH = ὡρεσιδώτης.

Middle Liddell

ὡρη-φόρος, ον, φέρω
leading on the seasons, or bringing on the fruits in season, Hhymn.