Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡρονόμος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ὡρονόμος Medium diacritics: ὡρονόμος Low diacritics: ωρονόμος Capitals: ΩΡΟΝΟΜΟΣ
Transliteration A: hōronómos Transliteration B: hōronomos Transliteration C: oronomos Beta Code: w(ro/nomos

English (LSJ)

(parox.), ὁ,

   A hour-divider, i.e. a dial or clock, AP14.6; cf. ὡρόμαντις.    II in Astrology, = ὡροσκόπος 11.1, ascendant, Man.1.30, 262, 3.120, Doroth. ap. Heph. Astr.2.24.    2 name of certain deities, οἱ δεκαδάρχαι καὶ ζῳδιοκράτορες καὶ ὡρονόμοι καὶ κραταιοί Dam.Pr.351.

Greek (Liddell-Scott)

ὡρονόμος: -ον, ὁ, ὁ διαιρῶν τὴν ὥραν, δηλ. ἡλιακὸν ἢ ἄλλο ὡρολόγιον, Ἀνθ. Π. 14. 6, πρβλ. ὡρόμαντις. ΙΙ. ἐν τῇ Ἀστρολογίᾳ, ὁ διοικῶν τὴν ὥραν, ἐπὶ τοῦ πλανήτου ὅστις εἶναι ὑπὲρ τὸν ὁρίζοντα κατὰ τὴν ὥραν τῆς γεννήσεως τινος, ὁ κυριεύων πλανήτης, Μανέθων 1. 30, 262., 3. 120.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui règle ou indique les heures ; ὁ ὡρονόμος horloge.
Étymologie: ὥρα, νόμος.

Spanish

el que rige las horas

Russian (Dvoretsky)

ὡρονόμος: ὁ Anth. = ὡρολόγιον.