κατωφερής: Difference between revisions

From LSJ

θεὸς δ' ἁμαρτάνουσιν οὐ παρίσταται → God doesn't stand by those who do wrong → A peccatore sese numen segregat → Ein Gott steht denen, die da freveln, niemals bei

Menander, Monostichoi, 252
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{.*}}\n)({{elnl.*}}\n)({{elru.*}}\n)" to "$3$4$1$2")
Line 15: Line 15:
{{bailly
{{bailly
|btext=ής, ές :<br /><b>1</b> qui pend;<br /><b>2</b> incliné, pentu, abrupt;<br /><b>3</b> qui a tendance à tomber, lourd.<br />'''Étymologie:''' [[κάτω]], [[φέρω]].
|btext=ής, ές :<br /><b>1</b> qui pend;<br /><b>2</b> incliné, pentu, abrupt;<br /><b>3</b> qui a tendance à tomber, lourd.<br />'''Étymologie:''' [[κάτω]], [[φέρω]].
}}
{{elnl
|elnltext=κατωφερής -ές [κατά, φέρω] omlaag lopend:. κ. ἥλιος ondergaande zon Hdt. 2.63.1.
}}
{{elru
|elrutext='''κατωφερής:'''<br /><b class="num">1)</b> [[опущенный вниз]] ([[κεφαλή]] Xen. - [[varia lectio|v.l.]] [[καταφερής]]);<br /><b class="num">2)</b> [[стремительно падающий вниз]] ([[ποταμός]] Plut.).
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 24: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''κατωφερής:''' -ές, = [[κάτω]] φερόμενος, αυτός που έχει [[κλίση]] προς τα [[κάτω]], σε Ξεν.
|lsmtext='''κατωφερής:''' -ές, = [[κάτω]] φερόμενος, αυτός που έχει [[κλίση]] προς τα [[κάτω]], σε Ξεν.
}}
{{elnl
|elnltext=κατωφερής -ές [κατά, φέρω] omlaag lopend:. κ. ἥλιος ondergaande zon Hdt. 2.63.1.
}}
{{elru
|elrutext='''κατωφερής:'''<br /><b class="num">1)</b> [[опущенный вниз]] ([[κεφαλή]] Xen. - [[varia lectio|v.l.]] [[καταφερής]]);<br /><b class="num">2)</b> [[стремительно падающий вниз]] ([[ποταμός]] Plut.).
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=κατω-φερής, ές = [[κάτω]] φερόμενος]<br />[[sunken]], Xen.
|mdlsjtxt=κατω-φερής, ές = [[κάτω]] φερόμενος]<br />[[sunken]], Xen.
}}
}}

Revision as of 23:20, 2 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατωφερής Medium diacritics: κατωφερής Low diacritics: κατωφερής Capitals: ΚΑΤΩΦΕΡΗΣ
Transliteration A: katōpherḗs Transliteration B: katōpherēs Transliteration C: katoferis Beta Code: katwferh/s

English (LSJ)

ές, A = κάτω φερόμενος, hanging down, κεφαλή X.Cyn.5.30 (v.l. καταφερής); steep, κατάβασις Plb.3.54.5; κ. θέσις sloping posture, Sor.2.60; descending, χελώνη Orib.49.4.51; with a downward tendency, heavy, στοιχεῖα, opp. ἀνωφερής, Stoic.2.175, al., cf. Herm ap.Stob.1.49.68, Simp.in Ph.386.23; ὁρμή Eust.603.39. Adv. -ρῶς Vett. Val.153.4; gloss on κατωκάρα, Sch.Ar.Pax152. II metaph., prone to vice, lewd, v.l. for καταφερής in Apollod.Ath. ap. Ath.7.281f, cf. Vett. Val.18.3, EM 451.2; κ. εἰς τὰ ἀφροδίσια Hsch. s.v. Σαλαβακχώ.

German (Pape)

[Seite 1407] ές, = καταφερής, oft als v.l. dafür; sicher erst bei Sp., wie Schol. Ar. Ran. 127; vgl. Lob. zu Phryn. 439.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 qui pend;
2 incliné, pentu, abrupt;
3 qui a tendance à tomber, lourd.
Étymologie: κάτω, φέρω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατωφερής -ές [κατά, φέρω] omlaag lopend:. κ. ἥλιος ondergaande zon Hdt. 2.63.1.

Russian (Dvoretsky)

κατωφερής:
1) опущенный вниз (κεφαλή Xen. - v.l. καταφερής);
2) стремительно падающий вниз (ποταμός Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

κατωφερής: -ές, = κάτω φερόμενος, πρὸς τὰ κάτω κεκλιμένος, κεφαλὴ Ξεν. Κυν. 5. 30 (διάφ. γραφ. καταφερής)· ἀντίθ. τῷ ἀνωφερής, Πολύβ. 3. 54, 5. ΙΙ. μεταφ., ἔχων διάθεσιν πρὸς τὸ κακόν, αἰσχρός, ἀχρεῖος, Ἀπολλόδ. παρ’ Ἀθην. 281F, Ἡσύχ.- Ἐπίρρ. -ρῶς, Σχολ. εἰς Ἀριστοφ. Εἰρ. 152.

Greek Monolingual

-ές (ΑΜ κατωφερής, -ές)
κατηφορικός («κατωφερές μέρος»)
μσν.-αρχ.
βαρύς
αρχ.
1. αυτός που κλίνει προς τα κάτωκεφαλή κατωφερής», Ξεν.)
2. αυτός που έχει ροπή προς τις ηδονές, λάγνος.
επίρρ...
κατωφερώς (ΑΜ κατωφερῶς)
με κλίση προς τα κάτω, κατηφορικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κάτω + -φερής (< φέρω), πρβλ. ανωφερής, παρεμφερής].

Greek Monotonic

κατωφερής: -ές, = κάτω φερόμενος, αυτός που έχει κλίση προς τα κάτω, σε Ξεν.

Middle Liddell

κατω-φερής, ές = κάτω φερόμενος]
sunken, Xen.