εὐμήκης: Difference between revisions

From LSJ

τὸν αὐτὸν ἔρανον ἀποδοῦναι → pay him back in his own coin, repay him in his own coin, pay someone back in their own coin, pay back in someone's own coin, give tit for tat, pay back in kind

Source
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
Line 15: Line 15:
{{bailly
{{bailly
|btext=ης, ες:<br />d'une bonne longueur, <i>càd</i> grand <i>ou</i> gros.<br />'''Étymologie:''' [[εὖ]], [[μῆκος]].
|btext=ης, ες:<br />d'une bonne longueur, <i>càd</i> grand <i>ou</i> gros.<br />'''Étymologie:''' [[εὖ]], [[μῆκος]].
}}
{{elru
|elrutext='''εὐμήκης:'''<br /><b class="num">1)</b> [[большой]], [[крупный]], [[рослый]] ([[Ζήνων]] Plat.; [[ἄνθρωπος]] Plut.);<br /><b class="num">2)</b> [[большой]], [[объемистый]] (τὸ [[κύτος]] Arst.);<br /><b class="num">3)</b> [[длинный]] ([[τρίχες]] Xen.);<br /><b class="num">4)</b> [[значительный]], [[великий]] (τύχαι Eur.).
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 24: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''εὐμήκης:''' Δωρ. -μάκης[ᾱ], -ες ([[μῆκος]]), αυτός που έχει καλό [[μήκος]], ψηλός, σε Πλάτ., Θεόκρ.
|lsmtext='''εὐμήκης:''' Δωρ. -μάκης[ᾱ], -ες ([[μῆκος]]), αυτός που έχει καλό [[μήκος]], ψηλός, σε Πλάτ., Θεόκρ.
}}
{{elru
|elrutext='''εὐμήκης:'''<br /><b class="num">1)</b> [[большой]], [[крупный]], [[рослый]] ([[Ζήνων]] Plat.; [[ἄνθρωπος]] Plut.);<br /><b class="num">2)</b> [[большой]], [[объемистый]] (τὸ [[κύτος]] Arst.);<br /><b class="num">3)</b> [[длинный]] ([[τρίχες]] Xen.);<br /><b class="num">4)</b> [[значительный]], [[великий]] (τύχαι Eur.).
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=[[μῆκος]]<br />of a [[good]] [[length]], [[tall]], Plat., Theocr.
|mdlsjtxt=[[μῆκος]]<br />of a [[good]] [[length]], [[tall]], Plat., Theocr.
}}
}}

Revision as of 13:21, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εὐμήκης Medium diacritics: εὐμήκης Low diacritics: ευμήκης Capitals: ΕΥΜΗΚΗΣ
Transliteration A: eumḗkēs Transliteration B: eumēkēs Transliteration C: evmikis Beta Code: eu)mh/khs

English (LSJ)

Dor. εὐμάκης [ᾱ], ες, (μῆκος) A tall, Pl.Prm.127b, Thphr. HP3.9.2, Theoc.14.25; long, ξυστοί Jul.Or.2.60a: Comp. -έστερος Arist.PA696a17: Sup.-έστατος PPetr.2p.14 (iii B.C.), Str.5.2.5. 2 considerable, great, τύχαι E.IA595 (anap.). 3 εὔμηκες, τό, kind of balsam, Plin.HN12.114.

German (Pape)

[Seite 1081] ες, von ansehnlicher Länge, groß u. schlank; von Menschen, Plat. Parmen. 127 b, wie Rufin. 19 (V, 76); Alciphr. 3, 67; τρίχες Xen. Equ. 5, 16; Folgde, ὀφιώδη καὶ εὐμηκέστερα Arist. part. an. 7, 13; – übertr., τύχαι, großes Glück, Eur. I. A. 596.

French (Bailly abrégé)

ης, ες:
d'une bonne longueur, càd grand ou gros.
Étymologie: εὖ, μῆκος.

Russian (Dvoretsky)

εὐμήκης:
1) большой, крупный, рослый (Ζήνων Plat.; ἄνθρωπος Plut.);
2) большой, объемистый (τὸ κύτος Arst.);
3) длинный (τρίχες Xen.);
4) значительный, великий (τύχαι Eur.).

Greek (Liddell-Scott)

εὐμήκης: Δωρ. εὐμάκης ᾱ, ες, (μῆκος), ἔχων καλὸν μῆκος, ὑψηλός, Πλάτ. Παρμ. 127Β, Θεόκρ. 14. 25. - Συγκρ. -έστερος, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 13, 11· Ὑπερθ., Στράβ. 222. 3) καθόλου, μέγας, τύχαι Ψευδο-Εὐρ. Ι. Α. 596· μῆκος Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 10. 11.

Greek Monolingual

-ες (ΑΜ εὐμήκης, -ες, Α δωρ. τ. εὐμάκης)
1. (για άνθρωπο) ψηλός, αυτός που έχει υψηλό ανάστημα («παρθένον εὐμήκη καὶ εὔχρουν», Αλκίφρ.)
2. ο εκτεταμένος κατά μήκος, ο μακρός, ο επιμήκης («καὶ ἀμπελῶνα θαυμαστὸν ἐποίησεν ἐκεῑσε
τὸν ἔκαμε εὐσύνθετον, ὡραῖον καὶ εὐμήκη», Διγεν. Ακρ.)
αρχ.
1. συνεκδ. σημαντικός, αξιόλογος («ἐπί τ' εὐμήκεις ἥκουσι τύχας», Ευρ.)
2. το ουδ. ως ουσ. τo εὔμηκες
είδος βαλσάμου, ιαματικής αλοιφής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -μήκης (< μήκος), πρβλ. επιμήκης, ουρανομήκης].

Greek Monotonic

εὐμήκης: Δωρ. -μάκης[ᾱ], -ες (μῆκος), αυτός που έχει καλό μήκος, ψηλός, σε Πλάτ., Θεόκρ.

Middle Liddell

μῆκος
of a good length, tall, Plat., Theocr.