ὑπέροπτος: Difference between revisions
ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος → where there is no pain, no sorrow, no sighing, but life everlasting
(1b) |
m (Text replacement - "———————— " to "<br />") |
||
Line 20: | Line 20: | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=<b>(I)</b><br />-ον, Α<br /><b>1.</b> αυτός που περιφρονήθηκε<br /><b>2.</b> αυτός που περιφρονεί τους άλλους, [[υπεροπτικός]]<br /><b>3.</b> (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) <i>ὑπέροπτον</i> και <i>ὑπέροπτα</i><br />με υπεροπτικό τρόπο<br /><b>4.</b> (<b>το ουδ. ως επίρρ.</b>) <i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> «ὑπέροπτον<br />μέγα καὶ [[ὑπὲρ]] τὸ [[μέτρον]], καὶ τὰ ὅμοια». <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ὑπερόπτως</i> Α<br />με υπεροπτικό τρόπο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ὑπερ</i>- <span style="color: red;">+</span> <i>ὁπτός</i> (Ι) «[[ορατός]]»]. | |mltxt=<b>(I)</b><br />-ον, Α<br /><b>1.</b> αυτός που περιφρονήθηκε<br /><b>2.</b> αυτός που περιφρονεί τους άλλους, [[υπεροπτικός]]<br /><b>3.</b> (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) <i>ὑπέροπτον</i> και <i>ὑπέροπτα</i><br />με υπεροπτικό τρόπο<br /><b>4.</b> (<b>το ουδ. ως επίρρ.</b>) <i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> «ὑπέροπτον<br />μέγα καὶ [[ὑπὲρ]] τὸ [[μέτρον]], καὶ τὰ ὅμοια». <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ὑπερόπτως</i> Α<br />με υπεροπτικό τρόπο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ὑπερ</i>- <span style="color: red;">+</span> <i>ὁπτός</i> (Ι) «[[ορατός]]»].<br /><b>(II)</b><br />-ον, Α<br />αυτός που ψήθηκε περισσότερο από το κανονικό.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ὑπερ</i>- <span style="color: red;">+</span> <i>ὁπτός</i> (ΙΙ) «[[ψητός]]»]. | ||
}} | }} | ||
{{lsm | {{lsm |
Revision as of 12:25, 10 January 2019
English (LSJ)
(A), ον,
A disdainful, ὀφρύς AP12.186 (Strat.); gloss on ὑπέροφρυς, Hsch.: neut. pl. as Adv., S.OT883 (lyr.). Regul. Adv. -τως Poll.9.147. II great, excessive, Hsch., cf. Phot., Suid.
ὑπέροπτος (B), ον, (ὀπτάὠ,
A over-heated, Gal.19.426.
German (Pape)
[Seite 1199] übersehen, verachtet, Sp.; – akt., übersehend, vernachlässigend, dah. hochmüthig, Soph. εἰ δέ τις ὑπέροπτα χερσὶν ἢ λόγῳ πορεύεται, O. R. 833.
Greek (Liddell-Scott)
ὑπέροπτος: -ον, (ὑπερόψομαι) ὁ ὑπεροφθείς, περιφρονηθείς, καταφρονηθείς, τοῦτο ἔπρεπε νὰ σημαίνῃ, ἀλλ’ ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει: «ὑπέροπτον· μέγα καὶ ὑπὲρ τὸ μέτρον, καὶ τὰ ὅμοια», ἴσως γραπτέον: ὑπέροπλον. ΙΙ. ὑπεροπτικός, καταφρονητικός, ὀφρὺς Ἀνθ. Π. 12. 186· οὐδ. πληθ. ὡς ἐπίρρ., Σοφ. Ο. Τ. 883. - Ἐπίρρ. -τως, Πολυδ. Θ΄, 147.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
méprisant, fier, dédaigneux.
Étymologie: ὑπερόψομαι.
Greek Monolingual
(I)
-ον, Α
1. αυτός που περιφρονήθηκε
2. αυτός που περιφρονεί τους άλλους, υπεροπτικός
3. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) ὑπέροπτον και ὑπέροπτα
με υπεροπτικό τρόπο
4. (το ουδ. ως επίρρ.) (κατά τον Ησύχ.) «ὑπέροπτον
μέγα καὶ ὑπὲρ τὸ μέτρον, καὶ τὰ ὅμοια».
επίρρ...
ὑπερόπτως Α
με υπεροπτικό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + ὁπτός (Ι) «ορατός»].
(II)
-ον, Α
αυτός που ψήθηκε περισσότερο από το κανονικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + ὁπτός (ΙΙ) «ψητός»].
Greek Monotonic
ὑπέροπτος: -ον (ὑπερόψομαι), υπεροπτικός, καταφρονητικός, σε Ανθ.· ουδ. πληθ. ως επίρρ., σε Σοφ.
Russian (Dvoretsky)
ὑπέροπτος: презрительный, надменный (ὀφρύς Anth.).
Middle Liddell
ὑπέροπτος, ον, ὑπερόψομαι
disdainful, Anth.; neut. pl. as adv., Soph.