παροίχομαι: Difference between revisions

From LSJ

οὖς ἀκούει καὶ ὀφθαλμὸς ὁρᾷ κυρίου ἔργα καὶ ἀμφότερα → the hearing ear and the seeing eye; the Lord has made both of them

Source
(6_13a)
(Bailly1_4)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''παροίχομαι''': μέλλ. -οιχήσομαι: πρκμ. παρῴχηκα, Ἰων. παροίχωκα, καὶ παρὰ μεταγεν. παρῴχημαι (Πράξ. Ἀποστ. ιδ΄ , 16, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 8. 12, 3· [[ὡσαύτως]] ἐν Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, ἀλλὰ [[μετὰ]] διαφ. γραφ. παροιχομένων)· ἀποθ. Ἔχω παρέλθει, παρῴχετο [[γηθόσυνος]] κῆρ, παρῆλθεν, ἀνεχώρησεν, Ἰλ. Δ. 272. 2) ἐπὶ χρόνου, ἔχω παρέλθει, παρῴχηκεν δὲ [[πλέων]] νὺξ Ἰλ. Κ. 252· ἡ παροιχομένη νύξ, ἡ παρελθοῦσα νύξ, Ἡρόδ. 1. 209., 9. 58· ὁ π. [[χρόνος]], ὁ παρελθών, ὁ αὐτ. 2. 14· [[Ὀλύμπια]] παροιχώκεε ὁ αὐτ. 8. 72· ἄνδρες παροιχόμενοι, τῶν παρελθόντων χρόνων, Πινδάρ. Ν. 6. 50· [[δεῖμα]] παροιχόμενον, ὡς τὸ τοῦ Οὐεργιλίου acti I bores, ὁ αὐτ. ἐν Ι. 8 (7). 23· παροιχόμενα κακὰ Ξεν. Ἑλλ. 1. 4, 17 οὕτω, τὰ παροιχόμενα, τὰ παρελθόντα, Ἡρόδ. 7. 120, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, (παρ’ Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 762, ὁ προειρημένος). 3) παρὰ τοῖς Γραμμ., ὁ παρῳχημένος [[[χρόνος]]], tempus praeteritum, [[Ἀπολλώνιος]] περὶ Συντάξ. σ. 267, κτλ. ΙΙ. [[γίνομαι]] ὡς [[νεκρός]], δείματι, ἐκ φόβου, Αἰσχύλ. Ἱκ. 738. ΙΙΙ. [[μετὰ]] γεν., [[ἀπομακρύνομαι]], ἀπέχομαι ἀπό τινος, νείκους τοῦδε [[αὐτόθι]] 452· δύστανε, μοίρας ὅσον παροίχει, πόσον ἀπεμακρύνθης, πόσον κατέπεσες ἐκ τῆς προτέρας εὐτυχίας, Elmsl. καὶ Herm. εἰς Εὐρ. Μήδ. 964.
|lstext='''παροίχομαι''': μέλλ. -οιχήσομαι: πρκμ. παρῴχηκα, Ἰων. παροίχωκα, καὶ παρὰ μεταγεν. παρῴχημαι (Πράξ. Ἀποστ. ιδ΄ , 16, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 8. 12, 3· [[ὡσαύτως]] ἐν Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, ἀλλὰ [[μετὰ]] διαφ. γραφ. παροιχομένων)· ἀποθ. Ἔχω παρέλθει, παρῴχετο [[γηθόσυνος]] κῆρ, παρῆλθεν, ἀνεχώρησεν, Ἰλ. Δ. 272. 2) ἐπὶ χρόνου, ἔχω παρέλθει, παρῴχηκεν δὲ [[πλέων]] νὺξ Ἰλ. Κ. 252· ἡ παροιχομένη νύξ, ἡ παρελθοῦσα νύξ, Ἡρόδ. 1. 209., 9. 58· ὁ π. [[χρόνος]], ὁ παρελθών, ὁ αὐτ. 2. 14· [[Ὀλύμπια]] παροιχώκεε ὁ αὐτ. 8. 72· ἄνδρες παροιχόμενοι, τῶν παρελθόντων χρόνων, Πινδάρ. Ν. 6. 50· [[δεῖμα]] παροιχόμενον, ὡς τὸ τοῦ Οὐεργιλίου acti I bores, ὁ αὐτ. ἐν Ι. 8 (7). 23· παροιχόμενα κακὰ Ξεν. Ἑλλ. 1. 4, 17 οὕτω, τὰ παροιχόμενα, τὰ παρελθόντα, Ἡρόδ. 7. 120, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, (παρ’ Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 762, ὁ προειρημένος). 3) παρὰ τοῖς Γραμμ., ὁ παρῳχημένος [[[χρόνος]]], tempus praeteritum, [[Ἀπολλώνιος]] περὶ Συντάξ. σ. 267, κτλ. ΙΙ. [[γίνομαι]] ὡς [[νεκρός]], δείματι, ἐκ φόβου, Αἰσχύλ. Ἱκ. 738. ΙΙΙ. [[μετὰ]] γεν., [[ἀπομακρύνομαι]], ἀπέχομαι ἀπό τινος, νείκους τοῦδε [[αὐτόθι]] 452· δύστανε, μοίρας ὅσον παροίχει, πόσον ἀπεμακρύνθης, πόσον κατέπεσες ἐκ τῆς προτέρας εὐτυχίας, Elmsl. καὶ Herm. εἰς Εὐρ. Μήδ. 964.
}}
{{bailly
|btext=<i>f.</i> παροιχήσομαι, <i>pf. Act.</i> [[παρῴχηκα]] <i>ou</i> [[παρῴχημαι]], <i>pqp.</i> παρῳχήκειν;<br /><b>I.</b> aller au-delà ; être passé ; passer, s’évanouir, disparaître : παροίχεσθαι δείματι ESCHL mourir de peur ; <i>en parl. du temps</i> s’écouler : τὰ παροιχόμενα, les choses passées;<br /><b>II.</b> passer le long de <i>ou</i> au delà de, <i>d’où</i><br /><b>1</b> éviter, se débarrasser de, gén.;<br /><b>2</b> s’écarter du droit chemin, s’égarer, s’éloigner de, être loin de se douter de, gén..<br />'''Étymologie:''' [[παρά]], [[οἴχομαι]].
}}
}}

Revision as of 19:54, 9 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: παροίχομαι Medium diacritics: παροίχομαι Low diacritics: παροίχομαι Capitals: ΠΑΡΟΙΧΟΜΑΙ
Transliteration A: paroíchomai Transliteration B: paroichomai Transliteration C: paroichomai Beta Code: paroi/xomai

English (LSJ)

fut.-οιχήσομαι : pf. παρῴχηκα, Ion. παροίχωκα, and in later writers παρῴχημαι, Act.Ap.14.16, J.AJ8.12.3 ; also in X.An. 2.4.1, but with

   A v.l. παροιχομένων :—to have passed by, παρῴχετο γηθόσυνος κῆρ. he passed on, went on his way, Il.4.272.    2 of Time, to be past παροίχωκεν (v.l. παρῴχηκεν) δὲ πλέων νύξ 10.252 ; ἡ παροιχομένη νύξ the by-gone night, Hdt.1.209,9.58 ; ὁ π. χρόνος Id.2.14 ; Ὀλύμπια παροιχώκεε Id.8.72 ; παροιχόμενοι ἀνέρες men of by-gone times, Pi.N. 6.29 (dub.l.); δεῖμα παροιχόμενον Id.I.8(7).12 ; τὰ παροιχόμενα κακά X.HG1.4.17; τὰ παροιχόμενα the past, IG12.90.15, Hdt.7.120, cf.X. An.2.4.1; also, the aforesaid, Hp.Fract.14 ; τοὔστρακον παροίχεται the danger of ostracism has gone by, Cratin.71.    3Gramm., ὁ παρῳχημένος [χρόνος] past tense, A.D.Adv.123.17, Plu.2.1081c ; παρῳχημέναι φωναί forms of past tenses, A.D.Synt.272.5.    IIto be gone, dead, δείματι with fright, A.Supp.738 (lyr.) ; ὅσον παροίχῃ how art thou fallen, E.Med.995(lyr.).    IIIc.gen., shrink from, νείκους τοῦδε A.Supp.452; later, neglect, τῶν πραγμάτων BGU288.2 (ii A.D.).

German (Pape)

[Seite 526] (s. οἴχομαι), vorbeigehen, Il. 4, 272; auch von der Zeit, νὺξ παρῴχηκε, 10, 252; δεῖμα παροιχόμενον, Pind. I. 7, 12; παροίχεται δὲ πόνος, παροίχεται δὲ τοῖσι μὲν τεθνηκόσιν τὸ μήποτ' αὖθις μηδ' ἀναστῆναι μέλειν, Aesch. Ag. 553; ἡ παροιχομένη νύξ, Her. 9, 58. 60; Ὀλύμπια παροιχώκεε, 8, 72; παρῳχημένου χρόνου, 2, 14; παροιχομένων κακῶν αἴτιος, Xen. Hell. 1, 4, 17; τὰ παροιχόμενα, das Vergangene, An. 2, 4, 1, wo freilich die v. l. παρῳχημένα, aber Krüger richtig auf das simplex οἴχομαι verweis't, welches auch im Präsens oft Perfectbdtg hat; so auch Her. τῶν παροιχομένων ἔχειν χάριν, 7, 120; ὁ θόρυβος ἤδη παρῳχήκει, Pol. 8, 29, 9; S0., παρῳχημένῃ νυκτί, Plut. Camill. 14. – Daher bei den Gramm. ὁ παρῳχημένος, sc. χρόνος, tempus praeteritum, od. παρῳχηκώς, S. Emp. adv. phys. 2, 119 u. oft. – Auch vorbeigehen, vernachlässigen, versäumen, πολυδρόμου φυγᾶς ὄφελος εἴ τί μοι, παροίχομαι δείματι, vor Furcht habe ich es nicht beachtet, Aesch. Suppl. 719; vgl. νείκους τοῦδ' ἐγὼ παροίχομαι, 447, Schol. ἐκτὸς ἔσομαι τοῦ νείκους, ich vermeide den Streit; aber Eur. Med. δύστανε, μοίρας ὅσον παροίχει ist = wie sehr gehst du fehl, irrst du in deinem Geschick.

Greek (Liddell-Scott)

παροίχομαι: μέλλ. -οιχήσομαι: πρκμ. παρῴχηκα, Ἰων. παροίχωκα, καὶ παρὰ μεταγεν. παρῴχημαι (Πράξ. Ἀποστ. ιδ΄ , 16, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 8. 12, 3· ὡσαύτως ἐν Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, ἀλλὰ μετὰ διαφ. γραφ. παροιχομένων)· ἀποθ. Ἔχω παρέλθει, παρῴχετο γηθόσυνος κῆρ, παρῆλθεν, ἀνεχώρησεν, Ἰλ. Δ. 272. 2) ἐπὶ χρόνου, ἔχω παρέλθει, παρῴχηκεν δὲ πλέων νὺξ Ἰλ. Κ. 252· ἡ παροιχομένη νύξ, ἡ παρελθοῦσα νύξ, Ἡρόδ. 1. 209., 9. 58· ὁ π. χρόνος, ὁ παρελθών, ὁ αὐτ. 2. 14· Ὀλύμπια παροιχώκεε ὁ αὐτ. 8. 72· ἄνδρες παροιχόμενοι, τῶν παρελθόντων χρόνων, Πινδάρ. Ν. 6. 50· δεῖμα παροιχόμενον, ὡς τὸ τοῦ Οὐεργιλίου acti I bores, ὁ αὐτ. ἐν Ι. 8 (7). 23· παροιχόμενα κακὰ Ξεν. Ἑλλ. 1. 4, 17 οὕτω, τὰ παροιχόμενα, τὰ παρελθόντα, Ἡρόδ. 7. 120, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, (παρ’ Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 762, ὁ προειρημένος). 3) παρὰ τοῖς Γραμμ., ὁ παρῳχημένος [[[χρόνος]]], tempus praeteritum, Ἀπολλώνιος περὶ Συντάξ. σ. 267, κτλ. ΙΙ. γίνομαι ὡς νεκρός, δείματι, ἐκ φόβου, Αἰσχύλ. Ἱκ. 738. ΙΙΙ. μετὰ γεν., ἀπομακρύνομαι, ἀπέχομαι ἀπό τινος, νείκους τοῦδε αὐτόθι 452· δύστανε, μοίρας ὅσον παροίχει, πόσον ἀπεμακρύνθης, πόσον κατέπεσες ἐκ τῆς προτέρας εὐτυχίας, Elmsl. καὶ Herm. εἰς Εὐρ. Μήδ. 964.

French (Bailly abrégé)

f. παροιχήσομαι, pf. Act. παρῴχηκα ou παρῴχημαι, pqp. παρῳχήκειν;
I. aller au-delà ; être passé ; passer, s’évanouir, disparaître : παροίχεσθαι δείματι ESCHL mourir de peur ; en parl. du temps s’écouler : τὰ παροιχόμενα, les choses passées;
II. passer le long de ou au delà de, d’où
1 éviter, se débarrasser de, gén.;
2 s’écarter du droit chemin, s’égarer, s’éloigner de, être loin de se douter de, gén..
Étymologie: παρά, οἴχομαι.