Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεῖμα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δεῖμα Medium diacritics: δεῖμα Low diacritics: δείμα Capitals: ΔΕΙΜΑ
Transliteration A: deîma Transliteration B: deima Transliteration C: deima Beta Code: dei=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (δέος)

   A fear, δεῖμα φέρων Δαναοῖσι Il.5.682; φρένα δείματι πάλλων S.OT153 (lyr.); δ. ἔλαβέ τινα Hdt.6.74; ἐς δ. πεσεῖν, ἐν δείματι κατεστάναι, Id.8.118,36; opp. θάρσος, Aen.Tact.16.3: pl., S.El.636; φόβοι καὶ δ. Th.7.80, Phld.D.1.22, etc.    II object of fear, terror, ὦ πῦρ σὺ καὶ πᾶν δ. S.Ph.927; ἐκ δ. του νυκτέρου Id.El. 410; ἀντιπάλοις δ. a terror to them, Epigr.Gr.343 (Germa): esp. in pl.,A.Pr.691 (lyr.), Ch.524, A.R.4.735; δειμάτων ἄχη fearful plagues or monsters, A.Ch.586 (lyr.); δ. θηρῶν E.HF700 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 537] τό (δείδω), Furcht, Schreck, Entsetzen; Homer einmal, Iliad. 5, 682 βῆ δὲ διὰ προμάχων κεκορυθμένος αἴθοπι χαλκῷ, δεῖμα φέρων Δαναοῖσι; – Pind. I. 7, 12 u. öfter; Thuc. 2, 102; Plat. Phaedr. 251 a u. öfter, wie Folgde; oft stehen φόβοι u. δείματα vrbdn, z. B. Thuc. 7, 80; Plat. Legg. VII, 791 c; – das Schreckbild, Orph. Arg. 929; öfter bei Tragg., z. B. Soph. El. 411; ἀνδράσι Diosc. 11 (VI, 220); dah. auch = das Ungeheuer, Aesch. Ch. 481; Eur. Herc. Fur. 200; Opp. H. 5, 24.

Greek (Liddell-Scott)

δεῖμα: τό, (δείδω) φόβος, τρόμος, κατάπληξις, δεῖμα φέρων Δαναοῖσι Ἰλ. Ε. 682· δείματι πάλλων Σοφ. Ο. Τ. 153· δεῖμα λαμβάνει τινὰ Ἡρόδ. 6. 74· ἐς δεῖμα πεσεῖν, ἐν δείματι κατεστάναι ὁ αὐτ. 8. 118, 36· ―πλ., Σοφ. Ἠλ. 626, Ο. Τ. 294· φόβοι και δ. Θουκ. 7. 80, κτλ. ΙΙ. ἀντικείμενον φόβου, τρόμος, κατάπληξις, ὦ πῦρ σὺ καὶ πᾶν δ. Σοφ. Φ. 927· ἐκ δ. τοῦ νυκτέρου ὁ αὐτ. Ἠλ. 410· ἀντιπάλοις δ., Ἐπιγράμμ. Ἑλλην. 343· ― ἰδίως κατὰ πληθ., Αἰσχύλ. Πρ. 691, Χο. 524· δειμάτων ἄχη, τρομεραὶ πληγαὶ ἢ τέρατα, αὐτ. 586· δείματα θηρῶν Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 700· πρβλ. νυκτίφοιτος.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 crainte, frayeur;
2 objet d’effroi, épouvantail, objet d’horreur.
Étymologie: δείδω.

English (Autenrieth)

(δείδω): fear, Il. 5.682†.

English (Slater)

δεῑμα
   1 fear κλέπτων δὲ θυμῷ δεῖμα (P. 4.97) κεῖνόν γε καὶ βαρύκομποι λέοντες περὶ δείματι φύγον (P. 5.58) ἀλλ' ἐμοὶ δεῖμα μὲν παροιχόμενον καρτερὰν ἔπαυσε μέριμναν (Benedictus: παροιχομένων codd., Π.) (I. 8.11) δεί]ματι σχόμεναι φύγον[ (supp. Lobel) (Pae. 20.17)

Spanish (DGE)

-ματος, τό
1 temor, espanto
a) gener. δ. φέρων Δαναοῖσι Il.5.682, cf. Nonn.D.2.418, 44.44, δείματι ἔρειπεν Simon.38.4, δ. ... παροιχομένων Pi.I.8.12, κλέπτων δὲ θυμῷ δ. Pi.P.4.97, cf. 5.58, Fr.52u.17, Hp.Epid.7.3, Pl.R.386b, φρένα δείματι πάλλων S.OT 153, ἔκ τοι δείματος δυσγνωσίαν εἶχον προσώπου he tenido dificultad en reconocer tu rostro a causa del miedo E.El.767, οὐλομένῳ ὑπὸ δείματι A.R.4.1011, δ. καὶ τάρβος Plu.2.165d, πανικῷ δείματι κυκλωθέντες I.BI 5.93, οἱ ναῦται δείματι κατεσχέθησαν Charito 3.2.14, δ. δ' ἐνὶ φρεσὶ θῆκε θεά Orph.A.774, δείματι ... λύτο γούνατα Nonn.D.40.76, πάντων γὰρ ὑπέκλασε δ. ἀλεγεινὸν ἠνορέην Q.S.4.483, en giro prep. ἐς δ. πεσόντα asustándose Hdt.8.118, ἐν δείματι ... κατεστεῶτες Hdt.8.36, εἰς ἄφραστόν τι δ. τοὺς ἐνοικοῦντας ἐμβαλόντες lanzando a los habitantes a un miedo indescriptible Hld.4.17.5, op. θάρσος Aen.Tact.16.3;
b) c. gen. obj. Κλεομένεα ... δ. ἔλαβε Σπαρτιητέων Hdt.6.74, δ. ξυμφορῆς temor a una desgracia Democr.B 215, ἀνάκτων ... δεῖμ' ἐξαίσιον el temor a los reyes es fuerte A.Supp.514, Ἐρινύων E.IT 931, Ἀίδαο A.R.3.810, ἐπεκεκώλυντο δείμασι κακῶν I.AI 18.227, τῷ Ἀγησιλάου δείματι Paus.3.10.1, c. giro prep. τὸ δ. τὸ ἐκ τῆς Θίσβης el miedo causado por Tisbe Hld.5.2.5, tb. en plu. ὅπως ... ἀνάσχω δειμάτων ἃ νῦν ἔχω S.El.636, ἀφελεῖν τὰ δείματα Ar.Ra.688, φόβοι καὶ δείματα Th.7.80, Plu.2.168a, ἐπιδέχοντα<ι> δείματα Phld.D.1.22.8, δείματα ... ἀπελαύνειν ψυχῆς expulsar miedos del alma LXX Sap.17.8, ἐλπίδες ... καὶ δείματα καὶ ἄγνοιαι καὶ ἡδοναί Luc.Cont.15.
2 objeto de espanto, horror, terror οὐρανὸς ... χάλκεος, ἀνθρώπων δ. χαμαιγενέων Thgn.870, ὦ πῦρ σὺ καὶ πᾶν δ. S.Ph.927, ἐκ δείματός του νυκτέρου S.El.410, τἄλλα ... δείματος D.Chr.11.30
c. dat. de pers. ὅπως εἴη τι δ. τοῖς κακοῖσι para que hubiese algo que atemorizase a los malvados Critias Fr.Trag.19.14, cf. E.Hec.92, ἀντ[ι] πάλοις δ. GVI 670.6 (Misia II/III d.C.), ref. a un león ἀνδράσι δ. θαρσαλέοις AP 6.220 (Diosc.)
tb. en plu. πήματα λύματα δείματα A.Pr.691, ἔκ τ' ὀνειράτων καὶ νυκτιπλάγκτων δειμάτων A.Ch.524, πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει δεινὰ δειμάτων ἄχη A.Ch.586, δείματα ὁρᾷ ve visiones espantosas Hp.Morb.2.72, δαιμονῶντας ἀπαλλάτουσι τῶν δειμάτων Luc.Philops.16, cf. Alex.47, Peregr.23, ref. a los suplicios del Hades AP 8.104 (Gr.Naz.)
c. gen. subjet. δείματα θηρῶν fieras que causan espanto E.HF 700, ἄλυξεν ὑπέρβια δείματα πατρός huyó de las terribles amenazas de su padre A.R.4.735.

• Etimología: Deriv. en *-mn̥ de la r. que da lugar a δειλός, δείδω, qq.u., e.e. *du̯e-H3-.

Greek Monolingual

δεῑμα, το (Α)
1. φόβος, τρόμος («δεῑμα φέρων Δαναοῑσι» — προκαλώντας τρόμο στους Δαναούς)
2. ό,τι προκαλεί φόβο, φόβητρο («ἐκ δείματος τοῦ νυκτέρου» — από τον νυχτερινό εφιάλτη)
3. φρ. «δειμάτων άχη» — τρομερές συμφορές (ή τέρατα).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δFεῑ-μα, ρηματικό παράγωγο του δείδω.
ΠΑΡ. αρχ. δειμαίνω, δειμαλέος, δειματηρός, δειματίας, δειματόεις, δειματώδης
αρχ.-μσν.
δειματώ.
ΣΥΝΘ. αρχ. δειματοποιός, δειματοσταγής·

Greek Monotonic

δεῖμα: -ατος, τό (δείδω),
I. φόβος, τρόμος, κατάπληξη, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.
II. φόβητρο, σκιάχτρο, αντικείμενο του φόβου, τρόμος, φρίκη· ὦπῦρ σὺ καὶ πᾶν δ., σε Σοφ.· ιδίως στον πληθ., δειμάτων ἄχη, φοβερές επιδημίες, μάστιγες ή τέρατα, σε Αισχύλ.· δείματα θηρῶν, σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεῖμα -ατος, τό [~ δείδω] vrees, angst:. δείματι πάλλων van angst sidderend Soph. OT 153. schrikbeeld:. ἐκ δείματός του νυκτέρου ten gevolge van een of ander nachtelijk schrikbeeld Soph. El. 410.

Russian (Dvoretsky)

δεῖμα: ατος τό
1) боязнь, страх, ужас (δ. φέρειν τινί Hom.; περὶ δείματι φεύγειν τινά Pind.; ἐς δ. πεσεῖν Her.; φόβοι καὶ δείματα Thuc., Plat.; δ. καὶ τάρβος Plut.): δείματός τι μέρος ἔχειν Soph. быть подверженным страху;
2) предмет страха (δ. τοῦ νυκτέρου Soph. и δείματα νυκτερινά Plut.);
3) страшилище: δεινὰ δειμάτων ἄχη Aesch. и δείματα θηρῶν Eur. страшные звери, чудовища.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: fear (Il.).
Derivatives: δειμαλέος timid ([Arist.] Phgn., Mosch.; cf. θαρσαλέος, σμερδαλέος etc.), δειματόεις (AP), δειματηρός (A. D.), δειματώδης (Aret.), Δειματίας surname of Zeus (D. H.), Δείμας PN (cf. Schwyzer 526 n. 5). Denomin. δειμαίνω be afraid (h. Ap.), δειματόομαι, -όω get, make frightened ' (Hdt.) with δειμάτωσις. - Often personified Δεῖμος Fear (Il.)
Origin: IE [Indo-European] [227] *duei- fear
Etymology: From *δϜεῖ-μα, to δείδω.

Middle Liddell

δείδω
I. fear, affright, Il., Hdt., attic
II. an object of fear, a terror, horror, ὦ πῦρ σὺ καὶ πᾶν δ. Soph.: esp. in pl., δειμάτων ἄχη fearful plagues or monsters, Aesch.; δείματα θηρῶν Eur.