Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἴχομαι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: οἴχομαι Medium diacritics: οἴχομαι Low diacritics: οίχομαι Capitals: ΟΙΧΟΜΑΙ
Transliteration A: oíchomai Transliteration B: oichomai Transliteration C: oichomai Beta Code: oi)/xomai

English (LSJ)

impf. ᾠχόμην (in Hdt. οἰχόμην), the only tenses used by Hom. : fut.

   A -ήσομαι Ar.V.51, Fr.150, Pl.Tht.203d, etc. : pf. οἴχωκα S.Aj.896, Id.Fr.241 codd. (ᾤχωκε A.Pers.13) ; pf. part. οἰχωκώς, υῖα, ός Hdt.9.98,8.108 ; also ᾤχηκα (παρ-) Il.10.252 (v.l.), D.H.11.5, etc. : plpf. οἰχώκεε Hdt.1.189, etc. ; ᾠχήκει Plb.8.27.9:—Med., pf. ᾤχημαι, Ion. οἴχημαι Hdt.4.136 (δι-), Plu.Cam.14 (παρ-, but in Hp. de Arte9, X.An.2.4.1, παροιχόμενος is now restored) :—Act., imper. οἶχε (but perh. οἴχε (ο) with elision) Plu.Pyrrh.28 : pres. οἰχέομαι, contr. οἰχεῦμαι, dub. l. in AP7.273 (Leon.):    I rarely in a general sense, go or come, without the idea of departure, and without a perfect sense, ἐννῆμαρ μὲν ἀνὰ στρατὸν ᾤχετο κῆλα θεοῖο Il.1.53, cf. 5.495 ; more freq. go, go away, go off, Il.1.380, 13.38, 23.564, Od. 17.104, al. : but usu. οἴχεται in pf. sense, he has gone, departed, and ᾤχετο in plpf. sense, he had gone, ἤδη… οἴχεται Il.15.223, cf. 14.311 ; ἐπεὶ οἴχεο νηΐ Πύλονδε Od.16.24, etc. ; οἱ πρέσβεις οἱ μετὰ Πλειστίου οἰχόμενοι IG12.57.51 ; τῶν οἰ. Ἑλλάδ' ἐς αἶαν A.Pers. 1 (anap.); τὸν κήρυκα τὸν παρὰ τοὺς βροτοὺς οἰ. Ar.Av.1270 : freq.c.part., εἴ πέρ κεν Ἄρης… οἴχηται φεύγων shall be fled and gone, Od.8.356 ; ᾤχετ' ἀποπτάμενος he had taken flight and gone, Il.2.71 ; ὥς μ' ὄφελ'… οἴχεσθαι προφέρουσα… θύελλα 6.346, cf. Od.20.64 ; so οἴχεται πλέων Hdt.4.145 ; οἴχεται ἀπολιπών he has gone and left... ib.155 ; so in Att., οἴχεται θανών (v. infr. II) ; ἢν δῃώσαντες οἴχωνται Foed. ap. Th.5.47 ; οἴ. φέρων Ar.Lys. 976, etc. ; πρεσβεύων ᾤχετο X.Cyr.5.1.3 ; ᾤχετ' εὐθέως ἀπιών D.18.65, cf. Pl.Smp.223b, etc. : with an Adj., οἴχεται φροῦδος he's clean gone, Ar.Ach.210 : rarely in the reverse usage, οἰχόμενοι κόμισαν δέπας Il. 23.699, cf. 22.223 : c. acc. cogn., οἴχεσθαι ὁδόν Od.4.393.—The part. οἰχόμενος in Hom. sts. means absent, away, Ὀδυσσῆος πόθος αἴνυται οἰχομένοιο Od.14.144 ; δὴν οἰ. ib.376.    II Special usages:    1 of persons, euphem. for θνῄσκω, to have departed, be gone hence, εἰς Ἀΐδαο Il.22.213 ; ψυχὴ κατὰ χθονὸς ᾤχετο 23.101 ; οἴ. θανών S.Ph. 414, cf. E.Hel.134, etc. ; [τὸ γένος] οἴ. πᾶν πρόρριζον And.1.146 ; οἰχήσομαι ἀπιὼν εἰς μακάρων δή τινας εὐδαιμονίας Pl.Phd.115d ; part. οἰχόμενος for θανών, departed, dead, A.Pers.546 (anap.), S.El.146 (lyr.), etc.    b to be undone, ruined, opp. σῴζομαι, ἢ σεσώσμεθα… ἢ οἰχόμεσθ' ἅμα Id.Tr.85, cf.Aj.1128 ; τὸ μὲν ἐπ' ἐμοὶ οἴχομαι, τὸ δ' ἐπὶ σοὶ σέσωσμαι X.Cyr.5.4.11 ; so οἴχωκα or ᾤχωκα to be gone, undone, ruined, A.Pers.13 (anap.), S.Aj.896, etc. ; so οἰχομένας πόλεως E.Tr. 596 (lyr.), cf. Heracl.14 ; τοῦ… διαλυθεῖσαν οἴχεσθαι πολιτείαν Pl.Lg. 945c.    2 of things, to be gone, lost, vanished, πῇ δή τοι μένος οἴχεται; whither is thy spirit gone? Il.5.472, cf. 13.220, 24.201 ; αἰτία οἴχεται is absent, Gal.18(2).48 ; δίψης οἰχομένης Id.15.564, cf. Aret. CD<*>4.

Greek (Liddell-Scott)

οἴχομαι: παρατ. ᾠχόμην (παρ’ Ἡροδ. οἰχόμην), οἱ μόνοι ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. ἁπλ. χρόνοι: μέλλ. οἰχήσομαι Ἀριστοφ. Σφ. 51, Ἀποσπ. 198. 13, Πλάτ. κλ.: - πρκμ. οἴχωκα Ἡρόδ., κλ., - (παρὰ Τραγ. τὰ Ἀντίγραφα κυμαίνονται μεταξὺ οἴχωκα καὶ ᾤχωκα Αἰσχύλ. Πέρσ. 13, Σοφ. Αἴ. 896, Ἀποσπ. 227)· ὡσαύτως ᾤχηκα (παρ-) Ἰλ. Κ. 252, Πολύβ. 8. 29, 9, Διον Ἁλ., κλ.: ὑπερσ. οἰχώκεε Ἡρόδ. 1. 189, κλ.: - ὡσαύτως παθ. πρκμ. ᾤχημαι, Ἰων. οἴχημαι (διὁ αὐτ. 4. 136)· παρῴχημαι Πλουτ. Κάμαλλ. 14 (ἐν Ἱππ. 6 σ. 16 Littré, Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1, ἤδη διορθοῦται παροιχόμενος)· - ὁ ἐνεστ. οἰχέομαι, συνῃρ. οἰχεῦμαι, μόνον ἐν Ἀνθ. Π. 7. 273· - ἀποθ.· (ἴδε ἐν τέλ. Ι. ἀπέρχομαι, φεύγω, ἐκλείπω, Λατ. abesse (οὐχὶ abire), μετὰ σημασ. πρκμ., καὶ παρατ. ᾠχόμην μετὰ σημασ. ὑπερσ. Ὅλως ἀντίθετον τῷ ἥκω, ἔχω ἐλθεῖ, ἐν ᾧ τὸ ἔρχομαι, «ὑπάγω» ἢ «ἔρχομαι», χρησιμεύει ὡς ἐνεστὼς ἑκατέρων (ἂν καὶ ἐνίοτε τὸ ᾠχόμην εἶναι ἐν χρήσει ὡς παρατ., ᾠχόμεθα ἐς Θήβην Ἰλ. Α. 366 πάλλων δ’ ὀξέα δοῦρα κατὰ στρατὸν ᾤχετο πάντῃ Ε. 495) - συχνὸν ἀπὸ τοῦ Ὁμ. καὶ ἐφεξῆς, ἤδη ... οἴχεται Ἰλ. Ο. 223, πρβλ. Ξ. 311· ἐπεὶ ᾤχεο νηὶ Πύλονδε Ὀδ. Π. 24, κτλ.· - συχνάκις μετὰ μετοχ., εἴπερ κεν Ἄρης ... οἴχηται φεύγων, ἔφυγε καὶ ἐχάθη, Θ. 356· ᾤχετ’ ἀποπτάμενος, ἀπέπτη καὶ ἐξηφανίσθη, Ἰλ. Β. 61· ὥς μ’ ὄφελ’ ... οἴχεσθαι προφέρουσα ... θύελλα Ζ 345, πρβλ. Ὀδ. Υ. 64· οὕτως, οἴχεται πλέων Ἡρόδ. 4. 145· οἴχεται ἀπολιπών, ἔφυγε καὶ ἀφῆκε …, αὐτόθι 155· καὶ οὕτω παρ’ Ἀττ., οἴχεται θανὼν (ἴδε κατωτ.)· οἴχ. φέρων Ἀριστοφ. Λυσ. 976, κτλ.· πρεσβεύων ᾤχετο Ξεν. Κύρ. 5. 1, 3· ᾤχετ’ εὐθὺς ἀπιὼν Δημ. 246. 19, πρβλ. Πλάτ. Συμπ. 223Β, κτλ.· ὡσαύτως μετ’ ἐπιθ., οἴχεται φροῦδος, ἔφυγεν ἐντελῶς, ἐξηφανίσθη, Ἀριστοφ. Ἀχ. 210· - σπανίως τὸ ἀνάπαλιν, οἰχόμενοι κόμισαν δέπας Ἰλ. Ψ. 699, πρβλ. Χ. 223· - ὡσαύτως μετὰ συστοίχ. αἰτ., ὁδὸν οἴχεσθαι Ὀδ. Δ. 393· - ἔτι και μετ’ αἰτ. προσ., ἔχω ἐκφύγει ἐκ …, Ἀριστοφ. Ὄρν. 86, πρβλ. Jelf. Gr. Gr. § 548 Obs. 1. - Ἡ μετοχὴ οἰχόμενος παρ’ Ὁμ. σημαίνει τὸν ἀπόντα ἢ μακράν ὄντα, Ὀδυσσῆος πόθος αἴνυται οἰχομένοιο Ὀδ. Ξ 144· δὴν οἰχόμενος αὐτόθι 376· οὕτω, τῶν οἰχομένων Ἑλλάδ’ ἐς οἷαν Αἰσχύλ. Πέρσ. 1· τὸν κήρυκα τὸν παρὰ τοὺς βροτοὺς οἰχ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 1270· πρβλ. κατωτ. ΙΙ. Ἰδιαίτεραι χρήσεις: 1) ἐπὶ προσώπων εὐφημιστικῶς ἀντὶ τοῦ θνήσκω, ἔχω ἀπέλθει (εἰς τὴν ἄλλην ζωήν), «ἀφῆκα ὑγείαν», οἴχεται εἰς Ἀΐδαο Ἰλ. Χ. 213· ᾤχετο ψυχὴ κατὰ χθονὸς Ψ. 101· καὶ Ἀττ., οἴχεται θανὼν Σοφ. Φ. 414, Εὐρ. Ἑλ. 134, κτλ.· τὸ Περσῶν ἄνθος οἴχεται πεσὸν Αἰσχύλ. Πέρσ. 252· [τὸ γένος] πρόρριζον οἴχ. Ἀνδοκ. 19. 7. οἰχήσομαι ἀπιὼν εἰς μακάρων τινὰς εὐδαιμονίας Πλάτ. Φαίδων 115D· μετοχ. οἰχόμενος ἀντὶ θανών, Αἰσχύλ. Πέρσ. 546, Σοφ. Ἠλ. 146, Εὐρ. κλ. β) καταστρέφομαι, ἀφανίζομαι, ἀντίθετ. τῷ σῴζομαι, ἢ σεσώσμεθα ... ἢ οἰχόμεσθ’ ἅμα Σοφ. Τρ. 85, Αἴ. 1129, πρβλ. Εὐρ. Ἡρακλ. 14· τὸ μὲν ἐπ’ ἐμοὶ οἴχομαι, τὸ δ’ ἐπὶ σοὶ σέσωσμαι Ξεν. Κύρ. 5. 4, 11· οὕτως ᾤχηκα ἢ οἴχωκα, ὡς τὸ ὄλωλα, ἐχάθην, κατεστράφην, «εἶμαι χαμένος», Λατ. perii, Αἰσχύλ. Πέρσ. 13, Σοφ. Αἴ. 896, κτλ.· οὕτως, οἰχομένας πόλεως Εὐρ. Τρῳ. 591, πρβλ. Ἡρακλ. 14· τοῦ ... διαλυθεῖσαν οἴχεσθαι τὴν πολιτείαν Πλάτ. Νόμ. 945C. 2) ἐπὶ πραγμάτων εἰς δήλωσιν ταχείας, ὁρμητικῆς κινήσεως, παρ’ Ὁμ. ἐπὶ βελῶν, θυέλλην, κτλ., ὁρμῶ, σπεύδω τάχιστα, ἀνὰ στρατὸν ᾤχετο κῆλα θεοῖο Ἰλ. Α. 53 ἴδε Ι.: β) χάνομαι, ἐξαφανίζομαι, ἐκλείπω, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. ἐπὶ ἐρωτήσεων, ὡς, πῇ σοι μένος οἴχεται; τί ἔγεινεν ἡ …; Ἰλ.Ε. 472, πρβλ. Ν. 220, Ω. 201. (Ὁ Κούρτ. φρονεῖ ὅτι ἡ ῥίζα δύναται νὰ εἶναι FΙΚ, εἴκω· ἀλλ’ ὀλίγα ἴχνη ἢ οὐδὲν ἴχνος τοῦ δίγαμμα εὑρίσκεται παρ’ Ὁμ.· μάλιστα ὑπάρχουσι πολλὰ χωρία ἐναντιούμενα αὐτῷ Ἰλ. Ε. 472, Ζ. 104, Λ. 357, Ν. 38, Ὀδ. Ξ. 144, Π. 24).

French (Bailly abrégé)

impf. ᾠχόμην, f. οἰχήσομαι, ao. inus., pf. ᾤχημαι, pf. de forme Act. οἴχωκα et ᾤχωκα;
I. en parl. de pers.
1 aller, venir;
2 plus souv. s’en aller, partir, se mettre en route ; prés. au sens du pf. être parti, d’où à l’impf. j’étais parti ; νηὶ οἴχεσθαι OD naviguer ; οἴχεται πλέων HDT il s’en va par mer ; ὁδὸν οἴχεσθαι OD se mettre en route ; part. οἰχόμενος, celui qui est parti, qui est absent, qui est au loin, selon d’autres, mort : τῶν οἰχομένων Ἑλλάδ’ ἐς αἶαν ESCHL ceux qui sont partis pour la terre de Grèce ; particul. par euphém. p. θνῄσκειν ; part. οἰχόμενος, pour θανών, mort ; en gén. ne plus exister, être anéanti, p. opp. à σῴζεσθαι SOPH ; de même au pf. οἴχωκα SOPH je suis perdu;
II. en parl. de choses;
1 avec idée de mouvement rapide ou violent passer;
2 s’en aller, être perdu, passer, disparaître, périr : πῆ σοι μένος οἴχεται ; IL où s’en est allé ton courage ? οἴχεται πάντα ἐρριμμένα SOPH tout est perdu.
Étymologie: R. Ϝικ, aller ; cf. ἱκνέομαι.

English (Autenrieth)

ipf. ᾠχόμην: go, depart, and freq. w. perf. signif., ἤδη.. οἴχεται εἰς ἅλα δῖαν, is gone, Il. 15.223, Il. 5.472; so the part., Ὀδυσσῆος πόθος οἰχομένοιο, the ‘absent,’ perhaps the ‘departed’ Odysseus, Od. 14.144. The verb is common with a supplementary part., the more specific part of the predication being contained in this participle, ᾤχετ' ἀποπτάμενος, ‘sped on wings away,’ flew away, Il. 2.71.

English (Slater)

οἴχομαι (οἴχομαι supp., -εται, -ονται; -εσθον: impv. ᾤχετο, -οντ(ο).)
   a abs., have gone, have disappeared οὐδὲ κομᾶν πλόκαμοι κερθέντες ᾤχοντ' ἀγλαοί (Boeckh: οἴχοντ codd.) (P. 4.82) “οἴχεται τιμὰ φίλων τατωμένῳ φωτί” (N. 10.78) ὁ δ' ἐχθρὰ νοήσαις ἤδη φθόνος οἴχεται τῶν πάλαι προθανόντων (Pae. 2.55) ἁνίκ ἀνθρώπων καματώδεες οἴχονται μέριμναι στηθέων ἔξω fr. 124. 5. ὁ δὲ χλωραῖς ἐλάταισι τυπεὶς οἴχεται (v. l. ᾤχετο: sc. under the earth.) Θρ. 6. 8.
   b go ᾤχετο δὲ πρὸς θεόν, κτέατ' ἄγων Τροίαθεν ἀκροθινίων (sc. Νεοπτόλεμος) (N. 7.40) <οἴχομαι> (supp. Snell e Σ.) Πα.… μὴ νῦν [ ]παρ' ἁλμυρὸν οἴχεσθον (Π̆{s}: οιχεσχον Π: i. e. impv. dual. sc. θυγάτηρ v. 68, Ἀνδαισιστρότα v. 71) Παρθ. 2. 78. c. part., ἀλλ' ὅ γε μὲν Πυθῶνάδ ᾤχετ ἰὼν (O. 6.38)

Greek Monolingual

οἴχομαι και οἰχέομαι και συνηρ. τ. οἰχεῡμαι (Α)
1. πηγαίνω ή έρχομαι (α. «κατὰ στρατὸν ᾤχετο πάντη ὀτρύνων μαχέσασθαι», Ομ. Ιλ.
β. «οἴχηται φεύγων» — έφυγε και χάθηκε
γ. «ὤχετ' εὐθὺς ἀπιών» — έφυγε και πάει, έφυγε τρέχοντας
δ. «ἐκπέφευγ', οἴχεται φροῡδος» — έγινε άφαντος, εξαφανίστηκε, Αριστοφ.)
2. αναχωρώ για κάπου, απέρχομαι, αποχωρώ
3. καταστρέφομαι, αφανίζομαι (α. «ἡνίκ' ἢ σεσώσμεθα κείνου βίον σώσαντος, ἢ οἰχόμεοθ' ἅμα», Σοφ.
β. «σχετλία τάδε πάσχομεν ἄλγη, οἰχομένας πόλεως», Ευρ.)
4. ορμώ, σπεύδω με ταχύτηταἐννῆμαρ μὲν ἀνὰ στρατὸν ᾤχετο κῆλα θεοῑο», Ομ. Ιλ.)
5. παρέρχομαι, περνώ («δίψης οἰχομένης», Γαλ.)
6. δεν υπάρχωαἰτία οἴχεται», Γαλ.)
7. (ευφημιστικά) έχω πεθάνει («ψυχὴ κατὰ χθονὸς ᾤχετο», Ομ. Ιλ.)
8. (ο ενεστ. οἴχομαι και ο πρτ. ᾠχόμην σχν. με σημ. παρακμ. και υπερσ., αντίστοιχα) έχω αναχωρήσει, ἔγινα ἀφαντος
9. (ο ενεργ. τ. του παρακμ. ᾤχωκα ή οἴχωκα) χάθηκα, καταστράφηκα, είμαι χαμένος
10. (η μτχ. αρσ. του ενεστ.) οἰχόμενος
α) (στον Ομ.) αυτός που βρίσκεται μακριά, απών
β) πεθαμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το ρ. οἴχομαι συνδέεται με αρμ. ēj «κατέρχομαι», ijavor «φιλοξενών, φιλοξενούμενος», λιθουαν. eiga «πορεία, βάδισμα», ενώ ο ενεστ. οἰχνέω συνδέεται με αρμ. iĵanem. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι το ρ. οἴχομαι ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας ei- του ρήματος εἶμι «πηγαίνω», με επίθημα δασύ ουρανικό σύμφωνο -χ- (πρβλ. τρύ-χ-ω, νή-χ-ω), δηλωτικό του ποιού ενέργειας του ρήματος. Ο ενεστ., εξάλλου, οἰχνέω έχει σχηματιστεί από το θέμα οἰχ- του οἴχομαι με ριζική επαύξηση -neu- (πρβλ. ὑπίσχομαι: ὑπισχνέομαι, κίω: κινέω). Η σύνδεση, τέλος, τών τύπων με τη λ. ἴχνος θεωρείται εξίσου αβέβαιη].

Greek Monotonic

οἴχομαι: παρατ. ᾠχόμην, Ιων. οἰχόμην· μέλ. οἰχήσομαι, παρακ. ᾤχωκα, Ιων. οἴχωκα· Ιων. γʹ ενικ. υπερσ. οἰχώκεε· επίσης, Παθ. παρακ. ᾤχημαι, Ιων. οἴχημαι·
I. αποθ., απέρχομαι, φεύγω, Λατ. abesse (όχι abire), με σημασία παρακ. και παρατ. ᾠχόμην, με σημασία υπερσ., αντίθ. προς το ἥκω, έχω έρθει, ενώ το ἔρχομαι, πηγαίνω ή έρχομαι, λειτουργεί ως ενεστ. και των δύο, σε Όμηρ. κ.λπ.· συχνά με μτχ., οἴχεται φεύγων, έφυγε και χάθηκε, σε Ομήρ. Ιλ.· ὤχετ' ἀποπτάμενος, πέταξε και εξαφανίστηκε, στο ίδ.· οἴχεται θανών (βλ. κατωτ. II. 1)· επίσης, με επίθ., οἴχεται φροῦδος, εξαφανίστηκε εντελώς, έγινε καπνός, σε Αριστοφ.· με αιτ., έχω δραπετεύσει, ξεφύγει από, στον ίδ.
II. Ειδικότερες χρήσεις:
1. ευφημ. αντί θνῄσκω, έχω απέλθει, έχω πεθάνει, οἴχεται εἰς Ἀΐδαο, σε Ομήρ. Ιλ.· στην Αττ., οἴχεται θανών, σε Σοφ. κ.λπ.· στον Όμηρ., απλώς απών ή ξενιτεμένος, Ὀδυσσῆος πόθος οἰχομένοιο, λαχτάρα για τον απόντα Οδυσσέα, σε Ομήρ. Οδ.
2. είμαι αφανισμένος, κατεστραμμένος, σε Σοφ.· ιδίως στα ᾤχωκα ή οἴχωκα, Λατ. perii, σε Αισχύλ. κ.λπ.
3. λέγεται για πράγματα, προκειμένου να δηλώσει οποιαδήποτε γρήγορη, αιφνιδιαστική, βίαιη κίνηση, ορμώ, επιπίπτω, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

οἴχομαι: (praes. тж. = pf.; impf. ᾠχόμην - ион. οἰχόμην, fut. οἰχήσομαι, pf. ᾤχημαι - эп. οἴχημαι, οἴχωκα и ᾤχωκα, ppf. ион. οἰχώκεα, part. οἰχωκώς)
1) уходить, отправляться (εἰς ἅλα, νηῒ Πύλονδε, πρὸς δῶμα Hom.; οἴχοντο πλώοντες ἐς Λακεδαίμονα Her.): πρεσβεύων ᾤχετο Xen. он отправился в качестве посла; οἴχεται φροῦδος Arph. он исчез бесследно; οἴ. δολιχὴν ὁδόν Hom. отправляться в долгий путь; μ᾽ οἴχεται Arph. он убежал от меня;
2) (тж. οἴ. εἰς Ἀΐδαο или κατὰ χθονός Hom.) умирать, погибать: οἴχεται θανών Soph. он умер; οἱ οἰχόμενοι Eur. умершие; τὸ Περσῶν ἄνθος οἴχεται πεσόν лучший цвет персидского войска погиб; τὸ μὲν ἐπ᾽ ἐμοὶ οἴχομαι, τὸ δ᾽ ἐπὶ σοὶ σέσωσμαι Xen. предоставленный самому себе, я погиб бы, но благодаря тебе спасся; οἴχεται πάντα ἐρριμμένα Soph. все рухнуло и погибло;
3) исчезать, пропадать: πῆ σοι μένος οἴχεται; Hom. куда девалось твое мужество?; ἐπ᾽ ὀλίγου οἴχεται Arph. чуть-чуть - и пропадет, т. е. держится на волоске;
4) (про)носиться, пролетать (ᾤχετο κῆλα Hom.);
5) входить, вонзаться (αἰχμὴ κατὰ γαίης ᾤχετο Hom.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to go (away), to leave, to disappear, to die (Il.), mostly to indicate an entered situation, where the accompanying or preceding action is expressed by a pres. ptc.: gone away, vanished, be away, gone thither; on the aspect Schwyzer-Debrunner 274 a. 392, Bloch Suppl. Verba 28ff.;
Other forms: fut. οἰχήσομαι (Att.), perf. ᾤχωκα, οἴ- (Κ 252), ᾤχηκα (Κ 252 v. l., hell.), midd. ᾤχημαι, οἴ- (Ion.).
Compounds: Often w. prefix, e.g. ἀπ-, ἐπ-, παρ-, δι-, μετ-.
Derivatives: Besides οἰχνέω to go, to come, to walk, to approach, also with ἐξ-, εἰσ- a.o. (Hom., Pi., trag.), also = οἴχομαι (S.). -- No derivv. A hypothesis on the PlN Οἰχαλία in Ziehen Arch. f. Religionswiss. 24, 51 f.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: With οἴχ-ομαι : οἰχ-νέ-ω cf. ὑπ-ίσχ-ομαι : ὑπ-ισχ-νέ-ομαι and Schwyzer 696. The enlarging η of the fut. also came into the perfect; from some semant. close example (μέμβλωκα?) came the early attested οἴχ-ω-κα (Schwyzer 774 w. n. 2 a. lit.; cf. Chantraine Gramm. hom. 1, 424 w. n. 3). -- The main problem with οἴχομαι concerns the curious meaning, which seems to have been foreign to the durative-infective οἰχνέω (so οἴχομαι orig. aoristpres.?). An acceptable connection provides Arm. iǰanem (nasal pres. like οἰχνέω), aor. 3. sg. ēǰ (< *oigh-e-t; cf. ᾤχετο) come down, alight (Scheftelowitz BB 28, 311); further there are some isolated Celt. and Lith. nouns: OIr. óegi guest (< *oigh-ēt-; as γόης, πένης; meaning like Arm. iǰ-awor); Lith. eigà f. course (Pedersen Vergl. Gramm. 1, 101, Prellwitz s.v.). Polyinterpretable are Hitt. igāi- perish and Toch. B yku gone; cf. Kronasser Studies Whatmough 125. If one separates the velar media asp. gh, we get ei- go, so hat the etymological analysis ends in a bloodless abstraction. Details w. further lit. in WP. 1, 104 (Pok. 296). S. also ἴχνος.

Middle Liddell


I. Dep. to be gone, to have gone, Lat. abesse (not abire), in perf. sense, and imperf. ὠιχόμην in plup. sense, directly opp. to ἥκω, to have come, while ἔρχομαι, to go or come, serves as the pres. to both, Hom., etc.;—often c. part., οἴχεται φεύγων is fled and gone, Il.; ὤιχετ' ἀποπτάμενος he hath taken flight and gone, Il.; οἴχεται θανών (v. infr. II. 1); also with an adj., οἴχεται φροῦδος he's clean gone, Ar.:—c. acc. pers. to have escaped from, Il.
II. Special usages,
1. euphem. for θνήσκω, to be gone hence, οἴχεται εἰς Ἀΐδαο Il.; in attic, οἴχεται θανών Soph., etc.:—part. οἰχόμενος for θανών, departed, dead, Trag.; but in Hom. simply absent or away, Ὀδυσῆος πόθος οἰχομένοιο desire of the absent Ulysses, Od.
2. to be undone, ruined, Soph.; esp. in ὤιχωκα or οἴχωκα, Lat. perii, Aesch., etc.
3. of things, to denote any quick, violent motion, to rush, sweep along, Il.

Frisk Etymology German

οἴχομαι: (seit Il.),
{oíkhomai}
Forms: Fut. οἰχήσομαι (att. usw.), Perf. ᾤχωκα, οἴ- (ep. ion. poet. seit Κ 252), ᾤχηκα (Κ 252 v. l., hell. u. sp.), Med. ᾤχημαι, οἴ- (ion. u. sp.),
Grammar: v.
Meaning: ‘(weg)gehen, sich entfernen, verschwinden, sterben’, meistens um einen eingetretenen Zustand zu bezeichnen, wobei die begleitende oder vorausgehende Handlung durch ein Ptz. Präs. ausgedrückt wird: weggegangen sein, verschwunden, fort, dahin sein; zur Aktionsart Schwyzer-Debrunner 274 u. 392, Bloch Suppl. Verba 28ff.
Composita : oft m. Präfix, z.B. ἀπ-, ἐπ-, παρ-, δι-, μετ-,
Derivative: Daneben οἰχνέω gehen, kommen, wandern, nahen, auch mit ἐξ-, εἰσ- u.a. (Hom., Pi., Trag. u.a.), auch = οἴχομαι (S.). —Keine Ableitungen. Eine Hypothese über den ON Οἰχαλία bei Ziehen Arch. f. Religionswiss. 24, 51 f.
Etymology : Zu οἴχομαι : οἰχνέω vgl. ὑπίσχομαι : ὑπισχνέομαι und Schwyzer 696. Das erweiternde η des Fut. drang auch in das Perfekt ein; aus irgendeinem sinnverwandten Vorbild (μέμβλωκα?) stammt das früh auftretende οἴχω-κα (Schwyzer 774 m. A. 2 u. Lit.; vgl. auch Chantraine Gramm. hom. 1, 424 m. A. 3 u. Lit.). — Das Hauptproblem bei οἴχομαι knüpft sich an die eigenartige Bed., die indessen dem durativinfektiven οἰχνέω eigentlich fremd gewesen zu sein scheint (οἴχομαι somit urspr. Aoristpräs.?). Eine annehmbare Anknüpfung bietet arm. iǰanem (Nasalpräs. wie οἰχνέω), Aor. 3. sg. ēǰ (< *oigh-e-t; vgl. ᾤχετο) herabkommen, herabsteigen (Scheftelowitz BB 28, 311); hinzu kommen ein paar isolierte kelt. und lit. Nomina: air. óegi Gast (< *oigh-ēt-; wie γόης, πένης; Bed. wie arm. -awor); lit. eigà f. Gang, Verlauf (Pedersen Vergl. Gramm. 1, 101, Prellwitz s.v.). Mehrdeutig sind heth. igāi- etwa zugrunde gehen und toch. B yku gegangen; vgl. Kronasser Studies Whatmough 125. Bei weiterer Abtrennung der velaren Media asp. gh gelangt man an ei- gehen, wodurch die etymologische Analyse in eine ziemlich blutleere Abstraktion endet. Einzelheiten m. weiterer Lit. bei WP. 1, 104 (Pok. 296). S. auch ἴχνος.
Page 2,371-372