δαμάλης: Difference between revisions

From LSJ

Ξενίας ἀεὶ φρόντιζε, μὴ καθυστέρει → Cura hospitalis esse nec in hoc sis piger → Sei stets auf Gastfreundschaft bedacht und säume nicht

Menander, Monostichoi, 396
(3)
(1b)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''δᾰμάλης:''' -ου, ὁ, [[νεαρός]] ευνουχισμένος [[ταύρος]], [[δαμάλι]], σε Ανθ.
|lsmtext='''δᾰμάλης:''' -ου, ὁ, [[νεαρός]] ευνουχισμένος [[ταύρος]], [[δαμάλι]], σε Ανθ.
}}
{{elru
|elrutext='''δᾰμάλης:''' ου ὁ<b class="num">1)</b> укротитель, усмиритель (эпитет Эрота) Anacr.;<br /><b class="num">2)</b> бычок Arst., Babr., Anth.
}}
}}

Revision as of 09:24, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δᾰμάλης Medium diacritics: δαμάλης Low diacritics: δαμάλης Capitals: ΔΑΜΑΛΗΣ
Transliteration A: damálēs Transliteration B: damalēs Transliteration C: damalis Beta Code: dama/lhs

English (LSJ)

[μᾰ], ου, ὁ, (δαμάζω)

   A subduer, Ἔρως Anacr.2.1.    II young steer, Arist.HA632a15, AP6.96 (Eryc.).

German (Pape)

[Seite 521] ὁ, 1) der Ueberwältiger, Bezwinger, Έρως Anacr. frg. – 2) ein junger Stier, Arist. H. A. 9, 50; Babr. 37, 1.

Greek (Liddell-Scott)

δᾰμάλης: -ου, ὁ, ἐνεργ. ὁ δαμάζων, καταβάλλων, καθυποτάττων, Ἔρως Ἀνακρ. 2. 1. ΙΙ. συνηθ., νέος βοῦς δῆλα δὴ μόσχος, «δαμαλάκι», Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 9. 50, 6, Ἀνθ. Π. 6. 96· πρβλ. θηλ. δάμαλις.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
jeune taureau, animal.
Étymologie: cf. δαμάλη et δάμαλις.

Spanish (DGE)

(δᾰμάλης) -ου, ὁ

• Prosodia: [-μᾰ-]
ternero, becerro, novillocomo epít. de Ἔρως Anacr.14.1, οἱ ... δαμάλαι ἐκτέμνονται Arist.HA 632a15, τετραέτης Dorieus SHell.396.2, κεραός AP 6.96 (Eryc.), cf. Babr.37.1, Aq.3Re.18.25.

• Etimología: Deriv. en *-l- (cuasiparticipial) de *d°m°H2-, la r. que da lugar a δάμνημι, δαμάζω, etc., o quizá comp. de *d°H3m- > δαμ- (cf. δάμαρ, δῶμα) y *al- ‘alimentar’, cf. lat. almus, etc., c. el sent. ‘criado en casa’, ‘doméstico’.

Greek Monolingual

δαμάλης, ο (Α)
1. αυτός που δαμάζει («δαμάλης Ἔρως», Ανακρ.)
2. νεαρό βόδι, μοσχάρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. (θ.) δαμα- (πρβλ. αόρ. εδάμασα) του ρ. δάμνημι + επίθημα σε -Ι-].

Greek Monotonic

δᾰμάλης: -ου, ὁ, νεαρός ευνουχισμένος ταύρος, δαμάλι, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

δᾰμάλης: ου ὁ1) укротитель, усмиритель (эпитет Эрота) Anacr.;
2) бычок Arst., Babr., Anth.