Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεαρός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: νεᾰρός Medium diacritics: νεαρός Low diacritics: νεαρός Capitals: ΝΕΑΡΟΣ
Transliteration A: nearós Transliteration B: nearos Transliteration C: nearos Beta Code: nearo/s

English (LSJ)

ά, όν, poet. for νέος (also in later Prose, v. infr.),

   A youthful, παῖδες Il.2.289, cf. Pi.P.10.25, etc.; τὸ ἦθος νεαρός, opp. νέος τὴν ἡλικίαν, Arist.EN1095a7; νεαροί youths, A.Ag.359, 1504 (both anap.); ν. ἥβη Ar.Fr.467; = νεαλής, ν. στρατός Hdn.3.7.5; τὸ ν. youthful spirit, X.Cyr.1.4.3; λόγος ν. καὶ θεατρικός Plu.2.802e; σχηματισμοὶ πολὺ τὸ ν. ἔχοντες D.H.Comp.23.    2 of things, new, ὕμνοι Hes.Fr.265; νεαρὰ ἐξευρεῖν Pi.N.8.20; fresh, μυελός A.Ag.76 (anap.); σώματα X. Cyn.9.10; ν. δέλεαρ, opp. σαπρόν, Arist.HA534b4; τροφή Id.PA 675b29; ν. τυρός, ὄστρεα, Dsc.2.71, Ath.1.7d; -ώτεροι κλῶνες Gal.12.283; καππάρεως ὅτι -ωτάτης PCair.Zen.488 (iii B.C.).    3 of events, recent, ξυντυχίαι S.Ant.157 (anap.); of a letter, D.L.1.112.    4 αἱ νεαραί (sc. διατάξεις) title of the novellae of Justinian; ἡ θεία καὶ ν. διάταξις PGrenf.1.62.13 (vi A.D.).    II Adv. -ρῶς youthfully, rawly, Luc.Hist.Conscr.50: Comp., διειλεγμένον -ωτέρως with more spirit, Isoc.12.229. [νεα- by synizesis, as one long syll., Pi.ll.cc.; cf. νηρός.]

German (Pape)

[Seite 235] jung, jugendlich; παῖδες, Il. 2, 289; υἱός, Pind. P. 10, 25; auch ἀρετά, I. 7, 47; νεαρὰ ἐξευρόντα, Neues, N. 8, 20; μυελός, Aesch. Ag. 76; ὁ ν., der Knabe, 350. 1485; βρέφος ἔλιπον ἀγκάλαις νεαρὸν τροφοῦ, νεαρὸν ἐν δόμοις, Eur. I. T. 835 u. sp. D.; auch Xen. Cyn. 9, 10; bes. in sp. Prosa, Luc. τῆς ἐπινοίας νεαρώτερον, Zeux. 1., u. adv. νεαρῶς, hist. conscr. 50; Plut. oft, νεαρὰν ποιεῖν τὴν ὄρεξιν, Symp. 6, 2, 2; καὶ πρόσφατος, vom Fleische, frisch, 6, 10, 1; auch übertr., ἐπὶ προσφάτοις καὶ νεαροῖς λόγοι ψευδεῖς συντεθέντες, Conv. sept. sap. A.; νεαρὸς τὸ ἦθος neben νέος τὴν ἡλικίαν, Arist. eth. 1, 3, 7.

Greek (Liddell-Scott)

νεᾰρός: -ά, -όν, ποιητ. ἀντὶ νέος (ἐν χρήσει καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις), παῖδες Ἰλ. Β. 289· οὕτω καὶ παρὰ Πινδ. καὶ Τραγ. (ἴδε νεαλής)· νεαρὸς τὸ ἦθος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τό: νέος τὴν ἡλικίαν, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 1. 3, 7· νεαροί, νέοι, νεανίσκοι, Αἰσχύλ. Ἀγ. 359, 1504· ν. σοφῶν ἀρετὰ Πιν. Ι. 8 (7). 105· ἥβη Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 74· - τὸ νεαρόν, ἡ νεανικὴ διάθεσις, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 3· ν. λόγος Πλούτ. 2. 802Ε. 2) ἐπὶ πραγμάτων, νέος, πρόσφατος, ὕμνοι Ἡσ. Ἀποσπ. 34· νεαρά ἐξευρεῖν Πινδ. Ν. 8. 34· μυελὸς Αἰσχύλ. Ἀγ. 76· ν. δέλεαρ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σαπρόν, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 8, 23, πρβλ. π Ζ. Μορ. 3. 14, 24. 3) ἐπὶ συμβεβηκότων, νέος, πρόσφατος, ξυντυχίαι Σοφ. Ἀντ. 156· ἐπὶ ἐπιστολῆς, Διογ. Λ. 1. 112. 4) αἱ Νεαραί, αἱ novellae, ἐν τῇ ὑπὸ Ἰουστινιανοῦ συλλογῇ τῶν νόμων. ΙΙ. Ἐπίρρ. -ρῶς, νεανικῶς, ἀώρως, Λουκ. Πῶς δεῖ Ἱστ. Συγγρ. 50· νεαρωτέρως, μετὰ πλείστου θάρρους ἢ διαθέσεως, Ἰσοκρ. 280C. [νεα- κατὰ συνίζησιν ὡς μία μακρὰ συλλαβή, Πινδ. Π. 10. 39].

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
I. jeune, d’où
1 qui a la fraîcheur de la jeunesse, tendre, délicat ; τὸ νεαρόν, air de jeunesse;
2 jeune de caractère ; en parl. du style exubérant;
II. nouveau :
1 neuf;
2 récent;
3 nouveau, renouvelé.
Étymologie: νέος.

English (Autenrieth)

(νέος): youthful, Il. 2.289†.

English (Slater)

νεᾰρός (
   1 εα (P. 10.25), (N. 8.20) )
   a young, youthful καὶ ζώων ἔτι νεαρὸν κατ αἶσαν υἱὸν ἴδῃ τυχόντα στεφάνων Πυθίων (P. 10.25) καὶ νεαρὰν ἔδειξαν σοφῶν στόματ' ἀπείροσιν ἀρετὰν Ἀχιλέος (Er. Schmid: καὶ νἐ ἐνέδειξεν codd.) (I. 8.47)
   b novel pro subs. νεαρὰ δ ἐξευρόντα δόμεν βασάνῳ ἐς ἔλεγχον ἅπας κίνδυνος (N. 8.20)

Spanish

joven

Greek Monolingual

-ή, -ό (ΑΜ νεαρός, -ά, -όν)
μικρός ως προς την ηλικία, πολύ νέος
νεοελλ.
αυτός που πριν από λίγο άρχισε να υπάρχει ή αυτός που πριν από λίγο έλαβε υπόστασηνεαρός γιατρός»)
(νεοελλ.-μσν.) (το πληθ. θηλ. ως ουσ.) οι Νεαρές, αἱ Νεαραί
α) συλλογή νόμων που εκδόθηκαν από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανό Α' και οι οποίες περιλήφθηκαν στο κυριότερο νομοθετικό έργο του
β) (γενικά) διατάξεις που εκδίδονταν και από άλλους αυτοκράτορες του Βυζαντίου για να συμπληρώσουν ή να τροποποιήσουν κώδικες που ήδη υπήρχαν
(μσν. -αρχ.) (για πράγματα) νωπός, φρέσκος
αρχ.
1. ζωηρός, δυνατός
2. (για συμβάντα) πρόσφατος
3. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ νεαροί
νεανίσκοι
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ νεαρόν
νεανική, διάθεση, σφριγηλότητα.
επίρρ...
νεαρώς (Α νεαρῶς)
με νεαρό τρόπο
αρχ.
(το συγκριτ.) νεαρωτέρως
με περισσότερο θάρρος ή με περισσότερη διάθεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νέος + κατάλ. -αρός (πρβλ. βλαδύς / βλαδός: βλαδ-αρός)].

Greek Monotonic

νεᾰρός: -ά, -όν, ποιητ. αντί νέος·
I. 1. νέος σε ηλικία, νεαρός, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ.· νεαροί, νεολαίοι, σε Αισχύλ.· τὸ νεαρόν, νεανικό φρόνημα, νεανική διάθεση, σε Ξεν.
2. λέγεται για πράγμ., καινούριος, νωπός· νεαρὰἐξευρεῖν, σε Πίνδ.· νεαρὸς μυελός, σε Αισχύλ.
3. λέγεται για γεγονότα, νέος, πρόσφατος, σε Σοφ.
II. επίρρ. νεαρῶς, νεανικά, πρόωρα, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

νεᾰρός:
I 3
1) молодой, юный: νεαροὶ παῖδες Hom. маленькие дети; διαφέρει οὐθὲν νέος τὴν ἡλικίαν ἢ τὸ ἧθος ν. Arst. неважно, юн ли годами (человек), или молод душою;
2) ранний, в расцвете сил (ἥβη Arph.);
3) свежий (ν. καὶ πρόσφατος Plut.);
4) новый, недавний (λόγος Plut.; ξυντυχίαι Soph.).
II ὁ юноша, отрок Aesch.

Middle Liddell

νεᾰρός, ή, όν [poetic for νέος
I. young, youthful, Il., Trag.; νεαροί youths, Aesch.;— τὸ ν. youthful spirit, Xen.
2. of things, new, fresh, νεαρὰ ἐξευρεῖν Pind.; ν. μυελός Aesch.
3. of events, new, recent, Soph.
II. adv. -ρῶς, youthfully, rawly, Luc.