θρυπτικός: Difference between revisions

From LSJ

ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος → for illustrious men have the whole earth for their tomb, for heroes have the whole earth for their tomb, the whole earth is the tomb of famous men

Source
(2b)
(1ab)
Line 27: Line 27:
{{elru
{{elru
|elrutext='''θρυπτικός:''' расслабленный, немощный, изнеженный Xen., Plut.
|elrutext='''θρυπτικός:''' расслабленный, немощный, изнеженный Xen., Plut.
}}
{{mdlsj
|mdlsjtxt=[[θρυπτικός]], ή, όν<br />[[easily]] [[broken]]: metaph. [[delicate]], [[effeminate]], Xen. [from [[θρύπτω]]
}}
}}

Revision as of 14:50, 9 January 2019

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: θρυπτικός Medium diacritics: θρυπτικός Low diacritics: θρυπτικός Capitals: ΘΡΥΠΤΙΚΟΣ
Transliteration A: thryptikós Transliteration B: thryptikos Transliteration C: thryptikos Beta Code: qruptiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A able to break or crush, λίθων Dsc.1.121, cf. Gal.8.409.    II Pass., easily broken: metaph., delicate, effeminate, X. Cyr.8.8.15 (Comp.), Mem.1.2.5; σώματα cj. in Max.Tyr.10.2; θ. τι προσφθέγγεσθαι D.C.51.12. Adv. -κῶς Ael.NA2.11, Poll.6.185.    2 saucy, πρὸς τοὺς ἐραστάς Ael.VH3.12.

German (Pape)

[Seite 1220] zum Zerreiben geeignet, zerreibend, λίθων Galen. – Uebertr., weiblich, üppig, weibisch; θρυπτικώτεροι πολὺ νῦν ἢ ἐπὶ Κύρου εἰσί Xen. Cyr. 8, 8, 15; Sp.; θρυπτικόν τι προσεφθέγγετο D. Cass. 51, 12; spröde, πρὸς τοὺς ἐραστάς Ael. V. H. 3, 12. – Adv. θρυπτικῶς, Ael. H. A. 2, 11; bei Poll. 6, 185 neben βλακικῶς, ἐκδεδιῃτημένως.

Greek (Liddell-Scott)

θρυπτικός: -ή, -όν, ἱκανὸς νὰ θραύσῃ ἢ συντρίψῃ, τινος Γαλην. ΙΙ. Παθ., εὔθραυστος· μεταφ., λεπτός, ἐκτεθηλυμμένος, Ξεν. Κύρ. 8. 8, 15, Ἀπομν. 1. 2, 5· θρυπτικόν τι προσφθέγγεσθαι Δίων Κ. 51. 12. - Ἐπίρρ. -κῶς, Αἰλ. π. Ζ. 2. 11. 2) σκληρός, τραχύς, αὐθάδης, πρὸς τοὺς ἐραστὰς ὁ αὐτ. ἐν Ποικ. Ἱστ. 3. 12.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 brisé, énervé, mou, efféminé;
2 dégoûté, qui fait le difficile.
Étymologie: θρύπτω.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α θρυπτικός, -ή, -όν) θρύπτω
1. ικανός στο να συντρίβει
2. εύθραυστος
αρχ.
(για ανθρώπους)
1. τρυφηλός, μαλθακός, φιλήδονος
2. σκληρός, αυθάδης.
επίρρ...
θρυπτικώς (Α θρυπτικῶς)
με τρόπο τρυφηλό, με μαλθακότητα.

Greek Monotonic

θρυπτικός: -ή, -όν, αυτός που σπάζει εύκολα, εύθραστος· μεταφ., λεπτός, κομψός, εκλεπτυσμένος, εκθηλυσμένος, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

θρυπτικός: расслабленный, немощный, изнеженный Xen., Plut.

Middle Liddell

θρυπτικός, ή, όν
easily broken: metaph. delicate, effeminate, Xen. [from θρύπτω