στρουθίον: Difference between revisions
Τὰς γὰρ ἡδονὰς ὅταν προδῶσιν ἄνδρες, οὐ τίθημ' ἐγὼ ζῆν τοῦτον, ἀλλ' ἔμψυχον ἡγοῦμαι νεκρόν → But when people lose their pleasures, I do not consider this life – rather, it is just a corpse with a soul
m (Text replacement - "''' <b class="num">I</b>" to "'''<br /><b class="num">I</b>") |
(c2) |
||
Line 30: | Line 30: | ||
{{elnl | {{elnl | ||
|elnltext=στρουθίον -ου, τό, demin. van στρουθός musje. | |elnltext=στρουθίον -ου, τό, demin. van στρουθός musje. | ||
}} | |||
{{Chinese | |||
|sngr='''原文音譯''':strouq⋯on 士特魯提按<p>'''詞類次數''':名詞(4)<p>'''原文字根''':燕雀<p>'''字義溯源''':小麻雀,麻雀;源自([[στρουθίον]])X*=麻雀)<p/>'''出現次數''':總共(4);太(2);路(2)<p/>'''譯字彙編''':<p>1) 麻雀(4) 太10:29; 太10:31; 路12:6; 路12:7 | |||
}} | }} |
Revision as of 21:50, 2 October 2019
English (LSJ)
τό, Dim. of
A στρουθός 1, Anaxandr.7, Arist.HA539b33, 613a29, LXX To.2.10, Ps.10(11).1, al., Ev.Matt.10.29, Gal.6.435; τὸ σ. ἡ συκαλίς Id.15.882; στρουθίν, Gloss. II στρούθιον, v. στρούθειος 111.
German (Pape)
[Seite 956] τό, 1) dim. von στρουθός, Arist. H. A. 5, 2. 9, 7; Sperling, N. T., z. B. Ev. Matth. 10, 29. – 2) sc. ῥιζίον, Seifenkraut, zum Reinigen der Wolle gebraucht, βαφικὴ βοτάνη, Luc. Alex. 12; Thcophr. u. Diosc. – 3) στρουθία od. στρούθια μῆλα, auch στρούθειον, Birnquitte, nach Galen., de sanit. tuend. c. ult., τὰ Κυδωνίων μήλων τὰ μείζω καὶ ἡδίω καὶ ἧττον στρυφνά, ἃ στρούθια καλοῦσιν οἱ κατὰ τὴν ἡμετέραν Ἀσίαν Ἕλληνες; so auch Theophr. u. Diosc.
Greek (Liddell-Scott)
στρουθίον: τό, ὑποκοριστ. τοῦ στρουθὸς (ΙΙ), Ἀναξανδρ. ἐν «Ἀντ.» 1, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 2, 4., 9. 7, 10. ΙΙ. ὑποκορ. τοῦ στρουθὸς (ΙΙ), σμηκτρὶς βοτάνη, «σαπουνόχορτον», φυτὸν χρήσιμον εἰς κάθαρσιν ἐρίων, «τσουένι», Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 6. 4, 3, κ. ἀλλ., Ἡσύχ.· στρουθίου ῥίζα Ἱππ. 571. 54· κλαδίσκος ἢ στέφανος ἐκ τοῦ φυτοῦ τουτου, Εὔβουλ. ἐν «Στεφανοπώλισι» 2 (μετὰ παιδιᾶς ἐπὶ τῆς λέξεως στρουθὸς ΙΙΙ), πρβλ. Ἀθήν. 679Β· φέρεται στρούθειον, (-εῖον διάφ. γρ.), Ὀρφ. Ἀργ. 963.
English (Strong)
diminutive of strouthos (a sparrow); a little sparrow: sparrow.
English (Thayer)
στρουθίου, τό (diminutive of στρουθός), a little bird, especially of the sparrow sort, a sparrow: Aristotle, h. a. 5,2, p. 539{b}, 33; 9,7, p. 613{a}, 33; the Sept. for צִפּור.) (Cf. Tristram in B. D., under the word Smith's Bible Dictionary, Sparrow; Survey of Western Palestine, 'Fauna and Flora,' p. 67f.)
Greek Monolingual
τὸ, ΜΑ
βλ. στρουθί (II).
Russian (Dvoretsky)
στρουθίον:
I τό воробышек, воробей Arst., NT.
II τό струтий (растение с красящим соком) Luc.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
στρουθίον -ου, τό, demin. van στρουθός musje.
Chinese
原文音譯:strouq⋯on 士特魯提按詞類次數:名詞(4)
原文字根:燕雀
字義溯源:小麻雀,麻雀;源自(στρουθίον)X*=麻雀)
出現次數:總共(4);太(2);路(2)
譯字彙編:
1) 麻雀(4) 太10:29; 太10:31; 路12:6; 路12:7