μικροψυχία: Difference between revisions

From LSJ

Στέργει γὰρ οὐδεὶς ἄγγελον κακῶν ἐπῶν → No one loves the bearer of bad news

Sophocles, Antigone, 277
m (Text replacement - "<span class="sense"><span class="bld">A<\/span> (?s)(?!.*<span class="bld">)(.*)(<\/span>)(\n}})" to "$1$3")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)\[\[([\p{Cyrillic}]+) или ([\p{Cyrillic}]+)\]\]" to "$1 или $2")
Tags: Mobile edit Mobile web edit
Line 26: Line 26:
}}
}}
{{elru
{{elru
|elrutext='''μικροψῡχία:''' ἡ [[низменный образ мыслей]], [[пошлость или малодушие]] (μ. καὶ [[ταπεινότης]] Arst.; μ. καὶ [[ἀσθένεια]] Plut.).
|elrutext='''μικροψῡχία:''' ἡ [[низменный образ мыслей]], [[пошлость]] или [[малодушие]] (μ. καὶ [[ταπεινότης]] Arst.; μ. καὶ [[ἀσθένεια]] Plut.).
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj

Revision as of 08:28, 17 September 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μικροψῡχία Medium diacritics: μικροψυχία Low diacritics: μικροψυχία Capitals: ΜΙΚΡΟΨΥΧΙΑ
Transliteration A: mikropsychía Transliteration B: mikropsychia Transliteration C: mikropsychia Beta Code: mikroyuxi/a

English (LSJ)

ἡ, littleness of soul, meanness of spirit, Isoc.5.79, D.18.279,19.193, Arist.EN1125a33, Men. Georg.Fr.3, Cic.Att.9.11.4, Longin.4.7.

German (Pape)

[Seite 185] ἡ, kleine Seele, niedrige Gesinnung, Kleinmuth; Isocr. 5, 79; καὶ ταπεινότης, Arist. rhet. 2, 6; Men. bei Stob. fl. 20, 22; Luc. Prom. 9; Plut. u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μῑκροψῡχία: ἡ, τὸ νὰ εἶναί τις μικρόψυχος, τὸ νὰ ἔχῃ ταπεινὸν φρόνημα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μεγαλοψυχία, Ἰσοκρ. 98Α, Δημ. 319. 5., 401. 18, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 4. 3, 37. 2) τὸ περὶ τὰ μικρὰ φιλόνεικον, φιλονεικία, Ἐκκλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
petitesse d'âme ou de caractère, bassesse de sentiments.
Étymologie: μικρόψυχος.

Greek Monolingual

και μικροψυχιά, η (ΑΜ μικροψυχία) μικρόψυχος
μικρότητα ψυχής, ποταπότητα φρονήματος, μηδαμινότητα, ευτέλεια
νεοελλ.-μσν.
έλλειψη ψυχικής δύναμης ή γενναιότητας, ολιγοψυχία, λιποψυχία, δειλία
μσν.
απογοήτευση, αποκαρδίωση
αρχ.
φιλονικία για ταπεινά και ασήμαντα πράγματα.

Greek Monotonic

μῑκροψυχία: ἡ, μικροψυχία, το αδύναμο φρόνημα, σε Δημ., Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

μικροψῡχία:низменный образ мыслей, пошлость или малодушие (μ. καὶ ταπεινότης Arst.; μ. καὶ ἀσθένεια Plut.).

Middle Liddell

μῑκροψῡχία, ἡ,
littleness of soul, meanness of spirit, Dem., Arist. [from μῑκρόψῡχος]

English (Woodhouse)

narrow-mindedness, narrowmindedness, small-mindedness

⇢ Look up on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)