Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μικρόψυχος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μικρόψῡχος Medium diacritics: μικρόψυχος Low diacritics: μικρόψυχος Capitals: ΜΙΚΡΟΨΥΧΟΣ
Transliteration A: mikrópsychos Transliteration B: mikropsychos Transliteration C: mikropsychos Beta Code: mikro/yuxos

English (LSJ)

ον, A meanspirited, Isoc.4.172 (Comp.), D.18.269, Arist.EN1123b10. Adv.-χως Procop.Gaz.Ep.59.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 185] von kleiner Seele, niedriger Gesinnung, kleinmüthig, nach Arist. Eth. 4, 3 ὁ ἐλαττόνων ἑαυτὸν ἀξιῶν ἢ ἄξιος. Bei Dem. 18, 269 Einer, der Andere immer an das erinnert, was er ihnen Gutes gethan dat; bei Isocr. 4, 172 steht μικροψυχότερος dem ἐῤῥωμενέστερος gegenüber; auch Sp., wie Luc. D. Mer. 13. – Auch adv., Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μῑκρόψῡχος: -ον, (ψυχὴ) ὁ ἔχων μικρὰν ψυχήν, μικρὸν καὶ ταπεινὸν φρόνημα, Ἰσοκρ. 76Β, Δημ. 316. 9, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικομ. 4. 3, 7.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui a l’âme petite :
1 pusillanime;
2 envieux, jaloux;
Cp. μικροψυχότερος.
Étymologie: μικρός, ψυχή.

Greek Monolingual

-η, -ον (ΑΜ μικρόψυχος, -ον)
μικροπρεπής, ευτελής, μηδαμινός
(νεοεελ.-μσν.) αυτός που στερείται ψυχικής δύναμης, δειλός, λιπόψυχος.
επίρρ...
μικροψύχως και μικρόψυχα (Α μικροψύχως)
1. άτολμα, δειλά
2. με μικρόψυχο τρόπο, στενόκαρδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο)- + -ψυχος (< ψυχή), πρβλ. μεγαλό-ψυχος].

Greek Monotonic

μῑκρόψῡχος: -ον (ψυχή), λιγόψυχος, με αδύναμο φρόνημα, σε Δημ., Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

μῑκρόψῡχος:
1) малодушный, робкий Arst.;
2) неблагородный, низменный Isocr., Dem. etc.

Middle Liddell

μῑκρό-ψῡχος, ον ψυχή
little of soul, mean-spirited, Dem., Arist.

English (Woodhouse)

μικρόψυχος = small-minded

⇢ Look up "μικρόψυχος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)