πρόπαρ

From LSJ
Revision as of 08:32, 1 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (nl)

προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων ἔσωθεν δέ εἰσίν λύκοι ἅρπαγες → beware of the false prophets, who come to you in sheep's clothing, and inwardly are ravening wolves

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πρόπᾰρ Medium diacritics: πρόπαρ Low diacritics: πρόπαρ Capitals: ΠΡΟΠΑΡ
Transliteration A: própar Transliteration B: propar Transliteration C: propar Beta Code: pro/par

English (LSJ)

(παρά) Prep. with gen.,

   A before, in front of, Hes.Th.518, E. Ph.120 (lyr.).    2 along, αἰγιαλοῖο A.R.1.454, 4.1288.    II abs. as Adv., before, sooner, rather, A.Supp.791 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 738] als praepos. mit dem gen., vor, vom Orte, Hes. Th. 518; auch entlang, längshin, αἰγιαλοῖο, An. Rh. 1, 484. – Als adv., vorn, voraus, θανεῖν, Aesch. Suppl. 772; Eur. Phoen. 119.

Greek (Liddell-Scott)

πρόπᾰρ: (παρὰ) πρόθεσ. μετὰ γεν., ἔμπροσθεν..., Ἡσ. Θεογ. 518, Εὐρ. Φοίν. 120· ὡσαύτως, ἐμπρὸς καὶ πλησίον, φυλλάδα χευάμενοι πολιοῦ πρόπαρ αἰγιαλοῖο Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 454. ΙΙ. ἀπολ. ὡς ἐπίρρ., πρότερον, θᾶττον, μᾶλλον, Αἰσχύλ. Ἱκ. 791. Πρβλ. προπάροιθε.

French (Bailly abrégé)

1 prép. en avant, devant, gén.;
2 adv. avant tout, plutôt.
Étymologie: πρό, παρά.

Greek Monolingual

Α
Ι. (πρόθεση συντασσόμενη με γεν.)
1. μπροστά από κάποιον («τίς οὗτος... πρόπαρ ὃς ἡγεῑται στρατοῡ», Ευρ.)
2. κοντά σε κάποιον ή σε κάτιφυλλάδα χευάμενοι πολιοῡ πρόπαρ αἰγιαλοῑο», Απολλ. Ρόδ.)
II. (απολύτως ως χρον. επίρρ.)
πιο πριν, προηγουμένωςπρόπαρ θανούσας δ' Ἀίδας ἀνάσσει», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + πάρ, συντετμημένος τ. της πρόθεσης παρά.

Greek Monotonic

πρόπᾰρ: (παρά),·
I. πρόθ. με γεν., μπροστά, μπροστά από, σε Ησίοδ., Ευρ.
II. επίρρ., πιο πριν, προηγουμένως, νωρίτερα, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

πρόπᾰρ: I adv. раньше, прежде, скорее: π. θανούσας δ᾽ Ἀΐδας ἀνάσσοι Aesch. лучше умереть мне (досл. пусть раньше Аид овладеет мертвой).
II praep. cum gen. перед Hes.: π. στρατοῦ Eur. впереди войска.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόπαρ [πρό, παρά] adv. van tijd eerder:. πρόπαρ θανούσας Ἀίδας ἀνάσσοι mogen wij voor die tijd sterven en Hades onze heerser zijn Aeschl. Suppl. 791 ( lyr. ). van plaats voor, vooraan:. τίς οὗτος... πρόπαρ ὃς ἁγεῖται στρατοῦ wie is die man, die het leger aanvoert? Eur. Phoen. 120.