ὄμβριος

From LSJ
Revision as of 21:50, 3 October 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")

οἴκοι μένειν δεῖ τὸν καλῶς εὐδαίμονα → the person who is well satisfied should stay at home

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὄμβριος Medium diacritics: ὄμβριος Low diacritics: όμβριος Capitals: ΟΜΒΡΙΟΣ
Transliteration A: ómbrios Transliteration B: ombrios Transliteration C: omvrios Beta Code: o)/mbrios

English (LSJ)

ον, rainy, of rain, ὄ. ὕδωρ rain-water, Xenoph.30.4, SIG56.29 (Argos, V B.C.), Hdt.2.25, Hp.Aër.7, etc.; ὕδατα Pi.O.10(11).3; χάλαζα S.OC1502; νέφος Ar. Nu.288; Ζεὺς ὄ., as sender of rain, Lyc.160, cf. Str.15.1.69, Plu.2.158e.

German (Pape)

[Seite 329] vom Regen, zum Regen gehörig; ὕδατα, Pind. Ol. 10, 3; ὀμβρία χάλαζα, Soph. O. C. 1498; νέφος ὄμβριον, Ar. Nubb. 288; ὕδωρ, Her. 2, 25; Sp., wie Plut. qu. nat. 2.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui provient de pluie;
2 qui produit la pluie, pluvieux.
Étymologie: ὄμβρος.

Russian (Dvoretsky)

ὄμβριος:
1) дождевой (ὕδωρ Her., Plut.; νέφος Arph.);
2) смешанный с дождем (χάλαζα Soph.);
3) ниспосылающий дождь (Ζεύς Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

ὄμβριος: -ον, βροχερός, βρόχινος, ἐκ βροχῆς, Λατ. pluvialis, ὕδωρ ὄμβρ., ὕδωρ τῆς βροχῆς, «βροχόνερον», Ἡρόδ. 2. 25, Ἱππ. π. Ἀέρ. 283, κτλ.· ὕδατα Πινδ. Ο. 11 (10). 3· χάλαζα Σοφ. Ο. Κ. 1502· νέφος Ἀριστοφ. Νεφ. 288· - Ζεὺς ὄμβρ., ὡς πέμπων βροχήν, Λυκόφρ. 160· ὁ ὄμβρ. Ζεὺς Στράβ. 718, Πλούτ. 2. 158D.

English (Slater)

ὄμβριος rainy οὐρανίων ὑδάτων ὀμβρίων παίδων νεφέλας (O. 11.3)

Spanish

agua de lluvia

Greek Monotonic

ὄμβριος: -ον (ὄμβρος), βροχερός, βρόχινος, προερχόμενος από τη βροχή, ὕδωρὄμβριον, το νερό της βροχής, σε Ηρόδ.· ὀμβρία χάλαζα, σε Σοφ.· νέφος, σε Αριστοφ.

Middle Liddell

ὄμβριος, ον, ὄμβρος
rainy, of rain, ὕδωρ ὄμβριον rain water, Hdt.; ὀμβρία χάλαζα Soph.; νέφος Ar.

English (Woodhouse)

of rain

⇢ Look up on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)