κατευτρεπίζω

From LSJ
Revision as of 20:50, 2 October 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{.*}}\n)({{elru.*}}\n)({{elnl.*}}\n)" to "$4$3$2$1")

προγράψαντες οὖν τά τε θεωρήματα καὶ τὰ ἐπιτάγματα τὰ χρεῖαν ἔχοντα εἰς τὰς ἀποδείξιας αὐτῶν μετὰ ταῦτα γραψοῦμές τοι τὰ προκείμενα → having therefore written at the beginning the theorems and the postulates that are necessary for their proofs, we will then write out for you the propositions

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατευτρεπίζω Medium diacritics: κατευτρεπίζω Low diacritics: κατευτρεπίζω Capitals: ΚΑΤΕΥΤΡΕΠΙΖΩ
Transliteration A: kateutrepízō Transliteration B: kateutrepizō Transliteration C: kateftrepizo Beta Code: kateutrepi/zw

English (LSJ)

put in order, Ar.Ec.510, X. Cyr.8.6.16.

German (Pape)

[Seite 1398] zurecht machen, in Ordnung bringen; Ar. Eccl. 510; Xen. Cyr. 8, 6, 8.

French (Bailly abrégé)

mettre en ordre, arranger.
Étymologie: κατά, εὐτρεπίζω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατ-ευτρεπίζω in orde brengen.

Russian (Dvoretsky)

κατευτρεπίζω: приводить в порядок, выправлять (ταῦτα πάντα Xen.): κ. τινά Arph. помогать кому-л. одеться.

Greek Monolingual

κατευτρεπίζω (Α)
(επιτ. τ. του ευτρεπίζω) βάζω κάτι σε τάξη, τακτοποιώ, διευθετώ («ταύτας κατευτρέπιζε», Αριστοφ.).

Greek Monotonic

κατευτρεπίζω: μέλ. -ιῶ, αποκαθιστώ την τάξη, σε Ξεν.

Greek (Liddell-Scott)

κατευτρεπίζω: ἐντελῶς διευθετῶ, τακτοποιῶ, βάλλω εἰς τάξιν, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 510, Ξεν. Κύρ. 8. 6, 16.

Middle Liddell

fut. ιῶ
to put in order again, Xen.