Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Σπαρτιάτης

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
Spartiate.
Étymologie: Σπάρτη.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, θηλ. Σπαρτιάτισσα, Ν, και Σπαρτιάτις, -ιδος, ΜΑ, και ιων. τ. Σπαρτιήτης Α
1. ο κάτοικος της Σπάρτης, αυτός που κατάγεται από τη Σπάρτη
2. (στην αρχαιότητα) ο πολίτης της Λακεδαίμονος που είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σπάρτη + κατάλ. -ιάτης (πρβλ. Ισθμ-ιάτης). Ο τ. Σπαρτι-ήτης, αναλογικά προς το οἰκι-ήτης, πολι-ήτης].

Russian (Dvoretsky)

Σπαρτιάτης: (ᾱτ), ион. Σπαρτιήτης, ου ὁ спартиат, т. е. полноправный гражданин Спарты Her., Thuc., Eur.

Middle Liddell

a Spartan, Eur., Thuc.