Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άναμμα

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

το (Α ἄναμμα) ἀνάπτω
νεοελλ.
1. το να ανάβει κανείς, να βάζει φωτιά, η ανάφλεξη
2. παροχή ρεύματος σε ηλεκτρική συσκευή ή λαμπτήρα
3. υψηλή θερμοκρασία, υπερβολική ζέστη
4. πυρετός
5. ο ανώτατος βαθμός μιας καταστάσεως, η ένταση
6. σεξουαλική διέγερση, έξαψη, ερεθισμός
7. (για τρόφιμα) έναρξη της σήψης, αλλοίωση
8. στον πληθ. τα ανάμματα
φρύγανο που χρησιμεύει για έναυσμα, κν. προσάναμμα
αρχ.
το αντικείμενο που φλέγεται, φλεγόμενη μάζα.