Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έπιπλο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (Α ἔπιπλον)
κινητό αντικείμενο που κατασκευάζεται συνήθως από ξύλο, μέταλλο, πλαστικό, μάρμαρο, γυαλί, ύφασμα κ.λπ. και χρησιμοποιείται για ποικίλες χρήσεις και λειτουργίες ή για συμπλήρωση και στολισμό του εσωτερικού της ανθρώπινης κατοικίας, γραφείων, δωματίων κ.λπ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επι-πλ-ον, με τη μηδενισμένη βαθμίδα -πλ- της ρ. πελ- (πρβλ. πέλ-ομαι). Στην Αρχαία η λ. μαρτυρείται κανονικώς στον πληθυντικό, σπανίως στον ενικό, σήμαινε δε αρχικά τα «σκεύη που μπορούν να μετακινούνται» και, κατ’ επέκταση, την «κινητή περιουσία» (αντίθετα προς τη λ. έγγεια = ακίνητη περιουσία). Η σύνδεση της λ. με τον τ. επιπολή «επιφάνεια», αν ευσταθεί, θα έδινε ως αρχική τη σημασία «αυτά που βρίσκονται στην επιφάνεια». Ο τ. επίπλοα, που μαρτυρείται από τον Ηρόδοτο, είναι προϊόν παρετυμολογίας από το απαρμφ. επιπλείν (επιπλέω). Ο νεοελλ. τ. έπιπλο, έπιπλα χρησιμοποιείται για να δηλώσει κυρίως τα κινητά σκεύη στο εσωτερικό της κατοικίας].