Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγκάθι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το
1. λεπτή και μυτερή εκβλάστηση φυτών, αγκίδα
2. κάθε αγκαθωτό φυτό
3. η κάθε είδους αιχμηρή απόληξη
4. ενόχληση, στενοχώρια
5. φρ. «κάθομαι στ’ αγκάθια», ανησυχώ, περιμένω με αγωνία, δεν μέ χωράει ο τόπος
«πού πας ξυπόλητος στ’ αγκάθια;», γιατί εκτίθεσαι σε κίνδυνο χωρίς προφυλάξεις ή χωρίς τα κατάλληλα εφόδια;
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἀκάνθιν < αρχ. ἀκάνθιον < ἄκανθα.
ΠΑΡ. αγκαθένιος, αγκαθερός, αγκάθια, αγκαθιάζω, αγκαθιάρικος, αγκαθίζω, αγκάθινος, αγκαθίστρα, αγκαθίτης, αγκαθιώνας, αγκαθοκόπος, αγκαθούλα, αγκαθώνω, αγκαθωτός κ.ά.].