Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμείβω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀμείβω Medium diacritics: ἀμείβω Low diacritics: αμείβω Capitals: ΑΜΕΙΒΩ
Transliteration A: ameíbō Transliteration B: ameibō Transliteration C: ameivo Beta Code: a)mei/bw

English (LSJ)

[ᾰ], Il., Trag.: Ep. impf.

   A ἄμειβον Il.14.381: fut. -ψω A.Pr. 23: aor. ἤμειψα, Ep. ἄμειψα [ᾰ] h.Cer.275, A.R.3.280; Dor. ἄμ [ᾱ] Pi.P.5.38; Trag.:—Med., impf. ἠμειβόμην, Ep. ἀμ- Il.3.171, etc.: fut. ἀμείψομαι E.Supp.517: aor. ἠμειψάμην, Ep. and Ion. ἀμ- Il.4.403, Hdt.1.37, al.:—Pass., fut. ἀμειφθήσεται Hsch.: aor. ἠμείφθην AP7.589 (Agath.), 638 (Crin.), etc. (in med. sense, Pi.P.4.102, Theoc.7.27): pf. ἤμειπται Gal.1.210: Ep. plpf. ἄμειπτο Nonn.D.44.241.—Verb and compds. are almost exclus. poet. and Ion., but used once or twice in Pl. and X., and late Prose.    A Act., change, exchange, (not Od.), ἔντε' ἄμειβεν Il.17.192, etc.: τί τινος, as γόνυ γουνὸς ἀμείβων changing one knee for other, i. e. walking slowly, ib.11.547, etc.:—so either,    1 give in exchange, ὃς πρὸς Τυδεΐδην Διομήδεα τεύχε' ἄμειβε χρύσεα χαλκείων ib. 6.235: c.acc., δάμαρτ' ἀμείψας E.Alc.46: or more freq.,    2 take in exchange, τι ἀντί τινος Pi.P.4.17, E.Hel.1382; πόσιν ἀντὶ σᾶς ἀμεῖψαι ψυχᾶς redeem at that price, Id.Alc.462, etc.; μορφὴν ἀ. ἐκ θεοῦ βροτησίαν Id.Ba.4; ἀ. τὰν ἐμὰν [φυλακάν] Id.Rh.527; τιμὰν πρὸς ἀνθρώπων ἀμείψω Ibyc.24, cf. A.Ch.1019 (anap.) (prob.).    3 in Att. often of Place, change it, so pass, cross, πορθμόν, πόρον, Id.Pers. 69, E.IA 144, etc.:—hence,    b either pass out of a house, leave it, ἀ. στέγας, δώματα, S.Ph.1262, E.El.750; or pass into, enter it, ἀ. θύρας Hdt.5.72, cf. A.Ch.571: generally, πόλιν ἐκ πόλεως ἀ. Pl.Sph. 224b, cf. Prm.138d; v. infr. B.11.2.    4 change, alter, χρῶτα βαφῇ A.Pers.317; χροιᾶς ἄνθος Id.Pr.23; ἐς κακοχυμίην ἤμειψε τὰ σπλάγχνα Aret.SD2.13: abs., πολλὰ ἀ. change colour, Jul.Caes. 309a; so Med., χροιῆς ἄνθος ἀμειβομένης Sol.27.6.    5 causal, make others change, τεύχε' ἄμειβον Il.14.381; pass on, hand on from one to another, τέκνα . . διαδοχαῖς ἀμείβουσαι χεροῖν E.Hec.1159.    b shift, dislodge, κακὸν κακῷ Aret.SD2.1.    6 rarely like Med. B.1.3, repay, return, ἀ. χάριν A.Ag.729, cf. Ch.793.    II intr. in part., ἀμείβοντες, οἱ, the interchangers, i.e. rafters that meet and cross each other, Il.23.712, cf. Theo Sm.p.122 H., Nonn.D.37.588; ἐν ἀμείβοντι, = ἀμοιβάδις, Pi.N.11.42:—so prob. ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν τόδε succeeds, E.Or.1503.    B Med., change one with another, do in turn or alternately, abs., ἀμειβόμενοι φυλακὰς ἔχον Il.9.471; ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ 1.604; ὀρχείσθην . . ἀμειβομένω Od.8.379; ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους at every house in turn, 1.375, 2.140; ἄρουραι ἀμειβόμεναι ploughed and fallow in turn, Pi.N.6.9; so ἀμειβόμεναι ὁπλαῖς alternating, crosswise, of the motion of the legs in horses or oxen, Id.P.4.226; ἄλλα ἄλλοθεν ἀμείβεται now comes one thing, now another in turn, E.Hipp.1108; ἀμείβεται μιάσματα Id.Med.1267: c. part., θρῴσκων ἄλλοτ' ἐπ' ἄλλον ἀμείβεται leaps in turn... Il.15.684:—ἀ. στενότητι vary in narrowness, X.Cyn.9.14.    2 of dialogue, ἀμείβεσθαι ἐπέεσσι answer one another, Od.3.148, etc.; in part., ἀμειβόμενος προσέειπε, προσηύδα, Il.3.437, 17.33; ἀ. πρός τινα Hdt.8.60codd.; πρός τι ib.58, E.Tr.903: c. acc. pers. et dat. rei, ἀ. τινα μύθῳ, μύθοις, Od. 12.278, 2.83; ἀ. τινα alone, answer one, reply to him, Il.1.172, etc.; τὸν λόγοις ἀμείφθη Pi.P.4.102, cf. Theoc.7.27; ἀμείβετο τοῖσδε in these words, Hdt.1.35, al.:—later c. acc. rei, τούτοις ἀμείβου . . εὐμαθές τι A.Eu.442; ἔπος πρὸς ἔπος 586; μὴ σφριγῶντ' ἀμείψῃ μῦθον E.Supp.478; ταῦτα ἀμείψατο Hdt.1.37: c. dupl. acc., ταῦτα τοὺς φίλους ἀμείψατο Id.2.173, cf.3.52, A.Supp.195; ἕν μ' ἄμειψαι μοῦνον S.OC991; τὸν δὲ . . μῆτιν . . ἀμείβετο gave him counsel in reply, Pi.P. 9.39:—also late Prose, Luc.Alex.19.    3 repay, requite, c. acc. pers. et dat. rei, δώροισιν ἀ. τινα Od.24.285; χρηστοῖσι Hdt.1.41, cf. 4.97; ὁμοίοις D.20.6; ἀμείβομαί σε τῷ φυγεῖν τὴν οἰκίαν Com.Adesp.371: c. acc. pers. only, τὸν ἄδικον ἀ. S.Fr.12; τοὺς μὲν ἐκόλαζε, τοὺς δὲ ἠμείβετο D.C.74.8: c. acc. et dat. rei, ἀ. εὐεργεσίας χάρισιν X.Mem.4.3.15: c. acc. rei only, χάριν φιλότητος S.El.134; βροτῶν ἀσυνεσίας E.Ph.1727; τὴν προϋπαρχήν Arist.EN1165a5: rarely c. dat. pers., πολλοῖσι γὰρ κέρδη πονηρὰ ζημίαν ἠμείψατο E.Cyc.312: rarely also c. gen. rei compensatae, ἀ. τινα τῆς δικαιοσύνης Luc.Somn. 15:—mostly, return good for good; but also, bad for good, φθόνον ἀμειβόμενον τὰ καλὰ ἔργα Pi.P.7.17; bad for bad, ἀμείψεται φόνον φόνος E.El.1093; κακὸν κακῷ Aret.SD2.13.    4 purchase, λύχνον Lib. Or.45.10.    II get in exchange, [οὔτοι] νιν (sc. Καρθαίαν) Βαβυλῶνος ἀμείψομαι Pi.Pae.4.16; θητικοῦ ἀντὶ τέλους ἱππάδ' ἀμειψάμενος Epigr. ap. Arist.Ath.7.4; λῴους φρένας τῶν νῦν παρουσῶν S.Tr. 737.    2 like Act., change a place, pass either out or in, ψυχὴ . . ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων Il.9.409; and reversely of things swallowed, φάρμακα . . ἀ. ἕρκ. ὀδ. Od.10.328; ἀμειβόμεναι μέγαν οὐδὸν... ἡ μὲν ἔσω . . ἡ δὲ θύραζε Hes. Th.749; πατρίδ' ἀμειψάμενος Sol.2; ποταμόν Simon.94; πρόθυρα A.Ch.965; πύλας E.Alc.752; γῆν οὐρανοῦ ἀ. change earth for heaven, Plu.2.607e; ὑπὲρ οὐδὸν ἀμειβόμενον Theoc. 2.104; ἄλλην ἐξἄλλης πόλεως ἀμειβόμενος Pl.Ap.37d; ἕτεραδ' ἕτερος ἀμείβεται πήματα passes through them, E.Or.979.    3 exchange, τὶ πρὸς νόμισμα Plu.Aem.23.    III surpass, outdo, μελισσᾶν πόνον Pi.P.6.54.    IV χεροῖν πίτυλον, ὃς αἰὲν δι' Ἀχέροντ' ἀ. θεωρίδα convoys, accompanies it, A.Th.856.

German (Pape)

[Seite 120] wechseln, Hom. oft, in folgenden Formen: ἀμείβων Iliad. 11, 547, ἀμείβοντες 23, 712, ἄμειβεν 17, 192, ἄμειβον plur. 14, 381; – ἀμεἰβεται 15, 684. ἀμείβεο imperat. Od. 17, 393, ἀμείβεσθον imper. Iliad. 23, 492, ἀμειβόμενος 3, 437 u. oft, -μένω Od. 3, 148, -μενοι Iliad. 9, 471, -μένη Od. 4, 234, -μεναι Iliad. 1, 604, ἠμείβετο 1, 292 u. oft, ἀμείβετο 3, 171 u. oft, ἀμειβόμεθα impft. Od. 11, 225, ἠμείψατο Iliad. 23, 542, ἀμείψατο 4, 403, ἀμείψεται conj. Iliad. 9, 409 Od. 10, 328, ἀμείψασθαι Od. 2, 83, ἀμειψάμενος 24, 285; – τεύχεα πρός τινα die Rüstung mit einem wechseln Il. 6, 235, vgl. 14. 381; ἔντε' ἄμειβεν, er wechselte die Waffen, 17, 192; ὀλίγον γόνυ γουνὸς ἀμείβων, Knie mit Knie wechselnd, langsam schreitend, 11, 547; οἱ ἀμείβοντες die sich gegen einander lehnenden Dachsparren 23, 712, wie Nonn. 11. 37, 588; Pind. ἵππους ἀντὶ δελφίνων, austauschend, P. 4, 17; von dem Wechsel eines Ortes, λόφον P. 5, 36, über den Hügel gehen; so bes. Tragg., π ορθμόν Aesch. Pers. 59. βαλὸν ἕρκειον πυλῶν Ch. 564; στέγας, ἑστίαν, das Haus verlassen, Soph. Phil. 1246 (Schol. καταλιπών) Trach. 655; κέλευθον, πόρον, Eur. Or. 1294 Iph. A. 144; Τμῶλον, nach d. Tmolus gehn, Bacch. 65; δώματα El. 750; κλίμακος βάθρα, hinaufsteigen, Phoen. 1186. Auch in Prosa, θύρας ἀμεῖψαι, in die Thür hineingehen, Her. 4, 72; χώραν Plat. Parm. 138 d; πόλιν ἐκ πόλεως, von Stadt zu Stadt gehen, Soph. 224 b; γῆν Luc. Gymn. 18; öfter so in Anthol.; auch = verwandeln, χρῶτα βαφῇ Aesch. Pers. 309; μορφὴν ἐκ θεοῦ βροτησίαν, seine Gestalt aus der eines Gottes in die menschliche verwandeln, Eur. Bacch. 4; καινὸν ἐκ καινῶν Or. 1503; τὸν πόσιν ἀντὶ τῆς ψυχῆς Alc. 463, d. i. mit dem Leben loskaufen; πέπλους αντὶ στολῆς Hel. 1398; auch der bloße gen., πέπλους μέλανας λευκῶν 1293; Ibyc. 51 τιμὰν πρὸς ἀνθρώπων ἀμείψω, Ehre eintauschen; χάριν τροφᾶς ἀμεῖψαι, Dank abstatten für die Erziehung, Aesch. Ag. 711; auch παλίμποινα ἀμ., vergelten, Ch. 782; ἐν ἀμείβοντι = ἀμοιβαδίς, Pind. N. l 1, 42. – Häufiger im med.; für den aor. med. tritt auch der aor. pass. ein, Pind. P. 4, 102; aber ἀμειφθεῖσαι κέλευθ οι Parm. 9 (IX, 304) sind verwechselte Wege; vgl. ἀπαμείβομαι; für sich eintauschen, vertauschen, abwechseln, Soph. Trach. 737 λῴους φρένας τῶν νῦν παρουσῶν τῶνδ' ἀμείψασθαί ποθεν, die jetzige Gesinnung mit einer besseren vertauschen; Hom. Iliad. 9, 471 οἱ μὲν ἀμειβόμενοι φυλακὰς ἔχον; Od. 1, 875. 2, 140 ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους; – von einem Tänzerpaare Od. 8, 379 ὠρχείσθην ταρφέ' ἀμειβομένω; Iliad. 1, 604 φόρμιγγος, ἣν ἔχ' Ἀπόλλων, μουσάων θ', αἳ ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ, vgl. Od. 24, 80; – bes. 1) antworten, τὸν δ'Ἑλένη μύθοισιν ἀμείβετο Il. 3, 171, u. häufig ἀμειβόμενος προσέειπε, προσηύδα, τὸν δ' ἠμείβετο; χαλεποῖσιν ἀμειβομένω ἐπέεσσιν Od. 3, 148; so Tragg., ἔπος πρὸς ἔπος Aesch. Eum. 556, ξένους ἔπη Suppl. 192, πρὸς ταῦτα 246; Soph. Phil. 378; ἕν μ' ἄμειψαι O. C. 995; μῦθον ἀμείβεσθαι Eur. Suppl. 478, πρῶτα σὲ πρὸς τὰ πρῶτ' ἀμείψομαι 517, ἄνδρα λόγοις Rhes. 639, πρὸς ταῦτα λόγῳ Troad. 903; Her. theils ebenso 1, 35, ταῦτα τοὺς φίλους ἠμείψατο 2, 173, theils τινὰ τοῖσδε, mit solchen Worten, 1, 120. 2, 173 u. sonst; auch Plut. u. Luc. – 2) den Ort vertauschen: ψυχή, ἐπεὶ ἄρ κεν ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων, sobald die Seele den Zaun der Zähne überschritten hat, Iliad. 9, 409; Od. 10, 328 οὐδὲ γὰρ οὐδέ τις ἄλλος ἀνὴρ τάδε φάρμακ' ἀνέτλη, ὅς κε πίῃ καὶ πρῶτον ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων, entweder conj. conditional. statt des optat. iterativ., oder ἀνέτλη in Präsensbdtg, wie der aor. oft, = pflegt zu ertragen; – Tragg. τόπον, πέδον, πρόθυρα, hineingehen, Aesch. Suppl. 229 Spt. 286 Ch. 859; ὅταν δι' ἐχθρᾶς ποὺς ἀμείβηται χθονός Phoen. 278; πύλας Alc. 755; Pind. χθόνα P. 4, 226; ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλιν πόλεως, von einer Stadt zur andern gehen, Plat. Apol. 37 d; ὑπὲρ θύρας οὐδὸν ἀμ., über die Schwelle ins Haus gehen, Theocr. 2, 104; οὐρανοῦ γῆν ἀμειψαμένη Plut. de exil. a. E. – 3) δώροις ἀμ., Gabe mit Gabe erwiedern, Od. 24, 285; dah. übh. vergelten, χάριν Soph. El. 132; Dank erwidern, εὐεργέταν Pind. I. 1, 53; ζημίαν κέρδη πον ηρὰ ἠμείψαντο, sie gaben ihm schlechten Lohn, Eur. Cycl. 311; εἰ δ' ἀμείψεται φόνον δικάζων φόνος El. 1093; χάριν φιλότητος Soph. El. 134; εὐεργεσίας ἀξίαις χάρισιν Xen. Mem. 4, 3, 15; τινὰ χρηστοῖ. σιν ἔργοις Her. I, 97 vgl. 2, 41; τοῖς ὁμοίοις ἀμειβόμενοι Dem. 20, 6; σὲ δὲ θεοὶ ἀμείψαιντο, die Götter mögen Dir vergelten, Hel.; ἀμείψομαί σε τῆσδε τῆς δικαιοσύνης Luc. Somn. 15; τινὰ δικαίᾳ ἀμοιβῇ Asin. 27.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμείβω: [ᾰ], Ἰλ., Τραγ.: Ἐπ. παρατ. ἄμειβον Ἰλ. Ξ. 381: μελλ. -ψω Αἰσχύλ. Πρ. 23: ἀόρ. ἤμειψα Δωρ. ἄμ- [ᾱ] Πίνδ., ἀπαρ. ἀμεῖψαι Ἡρόδ., μετ. ἀμείψας Τραγ: ― Μέσ., παρατ. ἠμειβόμην Ὅμ., Ἡρόδ., Ἐπ. ἀμ- Ἰλ. Γ. 171, κτλ.: μέλλ. ἀμείψομαι Εὐρ. Ἱκ. 517: ἀόρ. ἠμειψάμην Ἰλ., Σοφ., Ἐπ. καὶ Ἰων. ἀμ- Ἰλ. Δ. 403, Ἡρόδ.: ― Παθ.: μέλλ. ἀμειφθήσεται Ἡσύχ., ἀόρ. ἠμείφθην Ἀνθ. Π. 7. 589, 638, κτλ. (ἀλλὰ καὶ = ἠμειψάμην Πινδ. Π. 4. 179, Θεόφρ. 7. 27): πρκμ. ἤμειπται Γαλην., ὑπερσ ἤμειπτο Νόνν. ― Τὸ ῥῆμα εἶναι σχεδὸν ἀποκλειστικῶς ποιητ. καὶ Ἰων., ἀλλ’ εὕρηται ἅπαξ ἢ δὶς παρὰ Πλάτ. καὶ Ξεν. καὶ παρὰ μεταγεν. πεζοῖς (ἡ αὐτὴ δὲ παρατήρησις ἰσχύει καὶ διὰ τὰ σύνθετα ἀντ- ἀπ- ἀνταπ- μετ- αμείβω, ἀντ’ αὐτῶν δὲ εἶναι ἐν χρήσει παρὰ τοῖς πεζοῖς τῶν Ἀττ. τὸ ἀλλάσσω καὶ τὰ σύνθετα αὐτοῦ. (Ἐκ τῆς √ΜΕϜ ἢ ΜΑϜ μετὰ προθεματικοῦ α παράγονται τὰ ἀμεύομαι (ὅ ἐ. ἀμέϝομαι), ἀμείβω, ἀμοιβή: πρβλ. Σανσκρ. mîv, mîvâmi (moveo), Λατ. moveo, motus, muto, mutuus. Ὁ Κούρτιος θεωρεῖ τὰ Σανσκρ. apamayê (muto), mi-mayas (ἀνταλλάσσω) ὡς λέξεις μακρόθεν συγγενευούσας. Α. ἐνεργ. ἀλλάσσω, ἀνταλλάσσω, μεταβάλλω (οὐδαμοῦ ἐν Ὀδ.), ἔντε’ ἄμειβεν Ἰλ. Ρ. 192, κτλ.: τί τινος, ὡς γόνυ γουνὸς ἀμείβων, κινῶν βραδέως τὰ γόνατα τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, δηλ. βραδυπορῶν, Ἰλ. Λ. 547 (ἴδε κατωτέρω Β. Ι. 1). κτλ.: ― ἑπομένως ἢ 1) δίδω πρὸς ἀνταλλαγήν, ἀνταλλάσσω, ὃς πρὸς Τυδεΐδην Διομήδεα τεύχε’ ἄμειβε χρύσεα χαλκείων = ἀντὶ χαλκῶν ἔδιδε χρυσᾶ, Ἰλ. Ζ. 235: δάμαρτ’ ἀμείψας Εὐρ. Ἄλκ. 46· ἴδε κατωτέρω 6: ἢ συνηθέστερον, 2) λαμβάνω ὡς ἀντάλλαγμά τι ἀντί τινος Πινδ. Π. 4. 30, Εὐρ. Ἑλ. 1382· πόσιν ἀντὶ σᾶς ἀμεῖψαι ψυχᾶς, νὰ ἐξαγοράσῃς διδοῦσα, παρέχουσα τὴν σὴν ψ., ὁ αὐτ. Ἄλκ. 462, κτλ.: μεθ’ ἁπλῆς αἰτιατ., τιμὰν πρὸς ἀνθρώπων ἀμείψω Ἴβυκ. 24. 3) παρ’ Ἀττ. συχνάκις ἐπὶ τόπου, ἀλλάσσω τὸν τόπον, ὅθεν διέρχομαι, διαβαίνω· πορθμόν, πόρον, Αἰσχύλ. Πέρσ. 69, Εὐρ. Ι. Α. 144, κτλ.: ὅθεν β) ἢ ἐξέρχομαι οἰκίας τινός, καταλείπω αὐτήν, ἀμ. στέγας, δώματα, Σοφ. Φ. 1262, Εὐρ. Ἠλ. 750, ἢ εἰσχωρῶ, εἰσέρχομαι εἰς αὐτήν· ἀμ. θύρας Ἡρόδ. 5. 72· πρβλ. Αἰσχύλ. Χο. 571: καὶ ἐν γένει ἐγκαταλείπω τόπον τινά, ἀπέρχομαιτοὐναντίον μεταβαίνω εἰς αὐτόν, (ὡς τὸ Λατ. muto, Ὁράτ. Carm. 39, Od. I. 17. 2), πόλιν ἐκ πόλεως ἀμ. Πλάτ. Σοφ. 224Β, πρβλ. Παρμ. 138D: οὕτω, μορφὴν ἀμ. ἐκ θεοῦ βροτησίαν Εὐρ. Βάκχ. 4: ἀμ. τὰν ἐμάν [φυλακάν] ὁ αὐτ. Ρῆσ. 527· ἴδε κατωτ. Β. ΙΙ. 2. 4) ἁπλῶς = μεταβάλλω, ἀλλάσσω, ἀλλοιῶ, χρῶτα βαφῇ Αἰσχύλ. Περσ. 317· χροιᾶς ἄνθος ὁ αὐτ. Πρ. 23, καὶ οὕτω κατὰ μέσον τύπον, χροιῆς ἄνθος ἀμειβομένης Σόλων 27. 6. 5) μετὰ ἐνεργ. μεταβ. σημ. κάμνω ἄλλους νὰ ἀλλάξωσι, τεύχε’ ἄμειβον Ἰλ. Ξ. 381· διαβιβάζω, παραλαμβάνων παρά τινος καὶ διδοὺς εἰς ἕτερον, τέκνα... διαδοχαῖς ἀμείβουσαι χεροῖν Εὐρ. Ἑκ. 1159. 6) σπανίως ὡς τὸ Μέσ. κατωτέρω (Β. Ι. 3) ἀνταποδίδω, ἀμ. χάριν Αἰσχύλ. Ἀγ. 729, πρβλ. Χο. 793. ΙΙ. ἀμετάβ. κατὰ μετοχ. ἀμείβοντες, οἱ, αἱ δοκοὶ αἱ σταυροειδῶς συναντώμεναι, «δοκοὶ μεγάλαι ἀλλήλαις προσπίπτουσαι ὥστε βαστάζειν τὴν ὀροφήν, αἵτινες καὶ συστάται καλοῦνται» (Σχόλ.), Ἰλ. Ψ. 792, πρβλ. Νόνν. Δ. 37. 588· ἐν ἀμείβοντι = ἀμοιβάδις, Πινδ. Ν. 11. 53: ― οὕτω πιθ., ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν τόδε, Λατ. excipit, διαδέχεται, ἀκολουθεῖ, Εὐρ. Ὀρ. 1503. Β. Μέσ., ποιῶ τι ἐκ διαδοχῆς, διαδέχομαι ἄλλον, ἀπολ., ἀμειβόμενοι φυλακὰς ἔχον, ἐκ διαδοχῆς φυλάσσοντες, Ἰλ. Ι. 471· ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ (πρβλ. ἀμοιβαῖος) Α. 604: ὠρχείσθην… ἀμειβομένω Ὀδ. Θ. 379· ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους, εἰς τὴν οἰκίαν ἑκάστου ἐκ διαδοχῆς, Ὀδ. Α. 375, Β. 140· ἄρουραι ἀμειβόμεναι, ἀροτριούμεναι καὶ ἀφινόμεναι ἀκαλλιέργητοι ἐκ διαδοχῆς Πινδ. Ν. 6. 17· οὕτως: ἀμειβόμεναι ὁπλαῖς, διασταυροῦσαι τὰς ὁπλάς, ἐπὶ τῆς κινήσεως τῶν ποδῶν τῶν ἵππων ἢ βοῶν, Πινδ. Π. 4. 403. (πρβλ. Ἰλ. Λ. 547 καὶ τὸ τοῦ Οὐεργιλ. Sinnatque alterna volumina crurum)· ἄλλα ἄλλοθεν ἀμείβεται, τώρα ἔρχεται ἓν πρᾶγμα, ἔπειτα δὲ ἄλλο ἐκ διαδοχῆς, Εὐρ. Ἱππ. 1108· ἀμείβεται φόνος ὁ αὐτ. Μήδ. 1267: μετὰ μετοχ. θρώσκων ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλον ἀμείβεται, ἐφορμᾷ ἐκ διαδοχῆς… Ἰλ. Ο. 684: ἀμ. στενότητι ποικίλλω κατὰ τὴν στενότητα, Ξεν. Κυν. 9. 14. 2) συχνάκις ἐπὶ διαλόγου ἀμείβεσθαι ἐπέεσσι, ἀποκρίνεσθαι ἀλλήλοις, Ὀδ. Γ. 148, κτλ. καὶ κατὰ μετοχ. ἀμειβόμενος προσέφη, προσηύδα, προσέειπε Ὅμ.: ἀμ. πρός τινα Ἡρ. 8. 60· πρός τι αὐτόθι 58, Εὐρ. Τρῳ. 903: ― ἀλλ’ ὡσαύτως μ. αἰτ. προσ. καὶ δοτ. πράγμ. ἀμ. τινα μύθῳ, μύθοις, ἐπέεσσιν: ὡσαύτως ἀμείβεσθαί τινα, ἁπλῶς ἀποκρίνεσθαί τινι, Ὅμ., κτλ.: τὸν λόγοις ἀμείφθη Πινδ. Π. 4. 180, πρβλ. Θεόκρ. 7. 27· ἀμείβετο τοῖσδε, διὰ τούτων τῶν λέξεων, Ἡρόδ. 1. 35 καὶ ἀλλ.: ― ἀκολούθως μετ’ αἰτ. πράγμ. τούτοις ἀμείβου… εὐμαθές τι Αἰσχύλ. Εὐμ. 442, πρβλ. 286· μή... σφριγῶντ’ ἀμείψῃ μῦθον Εὐρ. Ἱκ. 478· ἀμείψατο ταῦτα, Ἡρόδ. 1. 37 (ἂν καὶ συχνότερον λέγει τοῖσδε): ἔτι δὲ καὶ ταῦτα τοὺς φίλους ἀμείψατο Ἡρόδ. 2. 173, πρβλ. 3. 52, Αἰσχύλ. Ἱκ. 195· τὸν δέ... μῆτιν... ἀμείβετο, εἰς ἀπόκρισιν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν συμβουλήν, Πινδ. Π. 9. 68· οὐχὶ οὕτως ἐν τῷ δοκίμῳ Ἀττ. πεζῷ λόγῳ, ἀλλ’ εὕρηται ἐν Λουκ. Ἀλεξ. 19. 3) ἀνταποδίδω, ἀποδίδω τὸ ὅμοιόν τινι, μετ’ αἰτ. προσ. καὶ δοτ. πράγ., δώροισιν ἀμ. τινὰ Ὀδ. Ω. 285· χρηστοῖσι Ἡρόδ. 1. 41, πρβλ. 4. 97· ὁμοίοις Δημ. 458· ἐν τέλ.: μετ’ αἰτ. προσ. μόνον, τὸν ἄδικον ἀμ. Σοφ. Ἀποσπ. 11: ὡσαύτως μετ’ αἰτ. καὶ δοτ. πράγμ. ἀμ. εὐεργεσίας χάρισιν Ξεν. Ἀπομ. 4. 3, 15· ἢ μετ’ αἰτ. πράγ. μόνον, χάριν φιλότητος Σοφ. Ἠλ. 134· βροτῶν ἀσυνεσίας Εὐρ. Φοίν. 1727· τὴν προϋπαρχὴν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 9. 2, 5· σπανίως μετὰ δοτ. προσ. πολλοῖσι γὰρ κέρδη πονηρὰ ζημίαν ἠμείψατο Εὐρ. Κύκλ. 311: σπανίως ὡσαύτως μετὰ γεν. τοῦ ἕνεκά τινος, ἀμ. τινὰ τῆς δικαιοσύνης Λουκ. Ἐνύπ. 15. Σημειωτέον ὅτι ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ χρῆσις εἶναι: ἀνταποδίδω καλὸν ἀντὶ καλοῦ· ἀλλὰ καὶ κακὸν ἀντὶ καλοῦ, Πινδ. Π. 7. 19· κακὸν ἀντὶ κακοῦ, Εὐρ. Ἠλ. 1093. ΙΙ. λαμβάνω ὡς ἀντάλλαγμα, δι’ ἀνταλλαγῆς, λῴους φρένας τῶν νῦν παρουσῶν Σοφ. Τρ. 737. 2) ὡς τὸ ἐνεργ., ἀλλάσσω τόπον, ἐξέρχομαιεἰσέρχομαι, ψυχὴ... ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων Ἰλ. Ι. 409: καὶ τἀνάπαλιν ἐπὶ πραγμάτων καταπινομένων, φάρμακα... ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων Ὀδ. Κ. 328· ἀμειβόμεναι μέγαν οὐδόν..., ἡ μὲν ἔσω..., ἡ δὲ θύραζε Ἡσ. Θ. 749· οὕτω: πατρίδ’ ἀμειψάμενος Σόλων 4· ποταμὸν Σιμων. παρ’ Ἡροδ. 7. 228· βίοτον ἀμείψεται (ἔνθα τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ ἀμείψει) Αἰσχύλ. Χο. 1019· πρόθυρα αὐτόθι 965· πύλας Εὐρ. Ἄλκ. 752· γῆν οὐρανοῦ ἀμ., τὴν γῆν ἀντὶ τοῦ οὐρανοῦ, Πλούτ. 2.607Ε· ὑπὲρ οὐδὸν ἀμειβόμενον Θεόκρ. 2.104· ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβόμενος Πλάτ. Ἀπολ. 37D· ὡσαύτως: ἕτερα δ’ ἕτερος ἀμείβεται πήματα, διέρχεται δι’ αὐτῶν, ὑφίσταται, Εὐρ. Ὀρ. 979. 3) ἀνταλλάσσω τι πρός τι: πρὸς νόμισμα Πλουτ. Αἰμίλ. 23. ΙΙΙ. ὑπερβαίνω, ὑπερτερῶ· μελισσᾶν πόνον Πινδ. Π. 6. 54, πρβλ. 7. 19· ἴδε ἀμεύομαι. IV. ἐν Αἰσχύλ. Θ. 856· πίτυλον χεροῖν, ὃς αἰὲν δι’ Ἀχέροντα ἀμ. θεωρίδα, προπέμπει, συνοδεύει (deducit κατὰ Βλωμφίλδιον).

French (Bailly abrégé)

f. ἀμείψω, ao. ἤμειψα, pf. inus.
Pass. f. ἀμειφθήσομαι, ao. ἠμείφθην, pf. ἤμειμμαι;
A. tr. I. échanger :
1 prendre en échange, acc. ; πόρον ἀμ. EUR passer par un endroit;
2 donner en échange : πρός τινά τι ἀμείβειν τινός IL donner à qqn une chose en échange d’une autre ; fig. ἀμείβειν χάριν ESCHL témoigner en retour sa reconnaissance;
3 prendre et donner tout à tour, quitter et reprendre : τέκν’ ἐν χεροῖν διαδοχαῖς ἀμείβουσαι EUR prenant et faisant passer les enfants l’un après l’autre de main en main;
II. changer, altérer : χρῶτα πορφυρᾷ βαφῇ ESCHL se teindre la peau avec de la couleur pourpre;
B. intr. prendre la place de, succéder à : οἱ ἀμείβοντες IL poutres qui se soutiennent mutuellement;
Moy. ἀμείβομαι (f. ἀμείψομαι, ao. ἠμειψάμην ou ἠμείφθην au sens actif);
échanger, càd :
1 prendre ou obtenir en échange : λῴους φρένας τῶν νῦν παρουσιῶν τῶνδ’ ἀμείψασθαί ποθεν SOPH litt. (puisses-tu) prendre de qqe part des sentiments meilleurs que ceux dont tu fais preuve en ce moment;
2 donner en échange : τι πρὸς νόμισμα PLUT échanger qch à soi contre de l’argent ; particul. donner en échange par compensation, compenser : δώροισιν ἀ. τινά OD donner à qqn des présents en échange ; ἀ. ὁμοίοις DÉM rendre la pareille ; ἀ. εὐεργεσίας χάρισιν XÉN donner des marques de reconnaissance en retour de bienfaits litt. compenser des bienfaits par) ; φόνον φόνος ἀμείβεται EUR le meurtre suit et venge le meurtre ; rar. avec le gén. de chose : ἀ. τινα τῆς δικαιοσύνης LUC récompenser qqn de son équité;
3 prendre la place de, remplacer, succéder : ἀμειβόμενοι φύλακας ἔχον IL ils faisaient sentinelle tout à tour ; ἀμείβεσθαι ἐπέεσσι OD répondre à qqn ; ἀμειβόμενος δὲ προσηύδα IL à son tour, il répondit ; τὸν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα IL il lui répondit alors ; πρὸς ταῦτα ἀμ. HDT répondre à ces paroles ; ταῦτα τοὺς φίλους ἀμείψατο HDT il fit cette réponse à ses amis ; abs. répondre;
4 changer de place pour entrer ou pour sortir ; ἀ. ἕρκος ὀδόντων franchir la barrière des dents ; γῆν οὐρανοῦ ἀ. PLUT quitter la terre pour le ciel ; πόλιν ἐκ πόλεως ἀ. PLAT aller de ville en ville.
Étymologie: ἀ- prosth. et R. Μυ, ΜεϜ changer de place ; cf. ἀμεύομαι ; lat. moveo.

English (Autenrieth)

fut. ἀμείψω, -ομαι, aor. ἠμείψατο, ἀμείψατο: I. act., change, exchange; τινός τι πρός τινα (something with one for something else), Il. 6.235 ; ὀλίγον γόνυ γουνὸς ἀμείβων, ‘only a little changing knee for knee’ (in retreating slowly step by step), Il. 11.547; part. as subst., ἀμείβοντες, ‘rafters’ of a house, Il. 23.712.—II. mid., change with each other, answer, pass; of responsive (‘amoebean’) singing, Il. 1.604; ‘alternating’ in the dance, Od. 8.379 ; θρώσκων ἀμείβεται, ‘springs alternately,’ Il. 15.684; ‘passing from house to house,’ Od. 1.375; ‘requiting’ one with gifts, Od. 24.285. In the sense of answer, very freq. the part. ἀμειβόμενος, ‘in reply,’ ἀμειβόμενος προσέειπεν, ἠμείβετο μύθῳ.

English (Slater)

ᾰμείβω (ἀμείβοντι coni.: aor. μειψεν, -ψαντες: med. ἀμείβεται; -όμενοι, -όμεναι, -ομένοις: fut. ἀμείψομαι: impf. ᾰμείβετο: aor. pass. pro med. ᾰμείφθη.
   1
   a exchange “ἀντὶ δελφίνων ἐλαχυπτερύγων ἵππους ἀμείψαντες θοάς” (P. 4.17)
   b pass Κρισαῖον λόφον ἄμειψεν ἐν κοιλόπεδον νάπος θεοῦ (P. 5.38)
   2 med. c. aor. pass.
   a exchange τι ἀντί τινος, ]νιν Βαβυλῶνος ἀμείψομαι[ (Pae. 4.15)
   b answer ἀγανοῖσι λόγοις ὧδ' ἀμείφθη (P. 4.102) c. acc. dupl., τὸν δὲ Κένταυρος ζαμενὴς μῆτιν ἑὰν εὐθὺς ἀμείβετο (P. 9.39)
   c requite τὸ δἄχνυμαι, φθόνον ἀμειβόμενον τὰ καλὰ ἔργα (P. 7.19) ἄμμι δ' ἔοικε Κρόνου σεισίχθον υἱὸν γείτον ἀμειβομένοις εὐεργέταν ἁρμάτων ἱπποδρόμιον κελαδῆσαι (i. e. ἀντιδίδοντας τῷ θεῷ τὸν ὕμνον ἀντὶ τῶν εἰς τὸν νικηφόρον εὐεργεσιῶν Σ.) (I. 1.53)
   d surpass γλυκεῖα δὲ φρὴν καὶ συμπόταισιν ὁμιλεῖν μελισσᾶν ἀμείβεται τρητὸν πόνον (P. 6.54)
   e part. in turn, by turn τοὶ μὲν ἀλλάλοισιν ἀμειβόμενοι γάρυον τοιαῦτ (P. 4.93) χαλκέαις δ' ὁπλαῖς ἀράσσεσκον χθόν ἀμειβόμενοι of oxen (τοὺς πόδας ἐναλλάσσοντες Σ.) (P. 4.226) καρποφόροις ἁρούραισιν, αἵτ' ἀμειβόμεναι, τόκα μὲν ὦν βίον ἀνδράσιν ἐπηετανὸν ἐκ πεδίων ἔδοσαν, τόκα δ αὖτ ἀναπαυσάμεναι σθένος ἔμαρψαν (N. 6.9)
   3 dub., ἀλλ' ἐν ἀμείβοντι (Musurus: ἐναμείβοντι codd.) (N. 11.42)

Spanish (DGE)

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [pres. inf. act. beoc. ἄμιβεγ (ante χ-) Corinn.(?) 39.6.1; pret. sin aum.: impf. ἄμειβον Il.14.381, ἀμείβετο Il.3.171, aor. ind. ἄμειψε h.Cer.275, ἄμειψεν A.R.3.280, ἀμείψατο Il.4.403, Hdt.1.37, ἄμίψατο Corinn.1.3.51, plusperf. ἄμειπτο Nonn.D.44.241, c. aum. ᾱ- dór. aor. ἄμειψεν Pi.P.5.38]
A gener. tr. act.
I c. ac. Compl. dir. de cosa
1 cambiar, cambiar de ἔντε' ἄμειβεν Il.17.192, τεύχε' Il.14.381, μέγεθος καὶ εἶδος h.Cer.275, εἴδεα Emp.B 125, χρῶτα ... βαφῇ A.Pers.316, χροιᾶς ... ἄνθος A.Pr.23, χώραν ἀμεῖβον ἄλλοτ' ἄλλοθι γίγνεται Pl.Prm.138d, ἄλλοτε ἄλλην γῆν ἀ. Luc.Anach.18, ἐπεισέρχεται πολλὰ ἀμείβων, ὥσπερ οἱ χαμαιλέοντες, χρώματα Iul.Caes.309a
fig. adquirir χροιῆς ἄνθος ἀμειβομένης cuando la piel adquiera su flor (e.d. la barba), Sol.19.6.
2 relevar τίνος ἁ φυλακά; τίς ἀμείβει τὰν ἐμάν; ¿de quién es la guardia? ¿quién sigue a la mía? E.Rh.527.
II igual constr. más otro régimen (gener.)
1 v. act. no preposicional dar a cambio, cambiar por c. ac. y gen. τεύχε' ἄμειβε χρύσεα χαλκείων dio sus armas de oro a cambio de unas de bronce, Il.6.235, v. med. mismo sent. οὔνιν Βαβυλῶνος ἀμείψομαι no la cambiaré por Babilonia (la ciudad de Cartea), Pi.Fr.52d.15, οὐρανοῦ καὶ σελήνης γῆν ἀμειψαμένη cambiando (el alma) la tierra por el cielo y la luna Plu.2.607e
sólo c. ac. δάμαρτ' ἀμείψας dando su esposa a cambio (de su vida), E.Alc.46
sólo c. ac. κλύω ... Ἰὼ πάτρας ἀμφὶς ἀμεῖψαι κερασφόρον ἄταν sé que Ío lejos de su patria ha cambiado (se ha despojado de) la maldición de sus cuernos E.Fr.1.3.29 Bond
c. idea de movimiento alternar, cambiar, mover alternativamente γόνυ γουνὸς ἀμείβων Il.11.547.
2 v. act. c. ac. y εἰς cambiar en, convertir τὸ αἷμα ἐς χροιὴν λευκήν Aret.SD 2.11.5, ἐς κακοχυμίην ἤμειψε τὰ σπλάγχνα cambió en insalubridad las visceras e.d. produjo enfermedad en las visceras Aret.SD 2.1.1
tb. en v. med.-pas. ἐς δὲ κονίην ἠμείφθη κενεὴν εὔσταχυς ἡλικίη su juventud floreciente se convirtió en polvo vano, AP 7.589, νῦν δ' οἱ μὲν ἐς ὑμέας ἠμείφθησαν δαίμονες los dioses han cambiado para vosotros, AP 7.638 (Crin).
3 v. act. c. ac. y ἀντί, ἐκ + gen. recibir a cambio de ἀντὶ δελφίνων ... ἵππους ἀμείφαντες Pi.P.4.17, πέπλους ... ἀντὶ ... στολῆς E.Hel.1382, πόσιν ἀντὶ σᾶς ... ψυχᾶς E.Alc.462, μορφὴν δ' ἀμείψας ἐκ θεοῦ βροτησίαν habiendo recibido (adquirido) la forma humana en vez de la divina E.Ba.4
δέδοικα μή τι πὰρ θεοῖς ἀμβλακὼν τιμὰν πρὸς ἀνθρώπων ἀμείψω temo que a pesar de haber pecado contra los dioses reciba a cambio honra de parte de los hombres Ibyc.29
v. med. mismo sent. θητικοῦ ἀντὶ τέλους ἱππάδ' ἀμειψάμενος habiendo cambiado de la clase de los tetes a la de los caballeros e.d. habiendo pasado de tete a caballero epigr. en Arist.Ath.7.4, ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ (para un hombre) que cambia una ciudad por otra e.d. que pasa de una a otra ciudad Pl.Ap.37d
tb. c. ac. y gen. λῴους φρένας τῶν νῦν παρουσῶν τῶνδ' ἀμείψασθαι que cambiases los sentimientos que ahora tienes por otros mejores S.Tr.737
sólo c. ac. cambiarse, mudarse de ropa y similares δυσόρφναια δ' ... τάδε σκότι' ἀμείβομαι me pongo estos oscuros harapos E.Ph.326.
III c. idea de movimiento
1 v. act. c. ac. de direcc. o extensión (c. palabras de lugar) atravesar, pasar λόφον Pi.P.5.38, κέλευθον B.18.16, πορθμόν A.Pers.70, πόρον E.IA 144, θύρας Hdt.5.72, cf. A.Ch.571
según contexto dejar atrás, salir de ἔξελθ' ἀμείψας τάσδε πετρήρεις στέγας S.Ph.1262, δώματα E.El.750
c. παρά + ac. τάφον παρὰ λιτὸν Ἀνακρείοντος ἀμείβων pasando junto a la sencilla tumba de Anacreonte, AP 7.26 (Antip.Sid.)
en v. med. mismo sent. cruzar, atravesar, pasar ψυχὴ ... ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων Il.9.409, cf. Od.10.328, οὐδόν Hes.Th.749, ποταμόν Simon.83.2D., πρόθυρα A.Ch.965, πύλας E.Alc.752, ὑπὲρ οὐδόν Theoc.2.104, πατρίδ' ἀμειψάμενος mudando de patria Sol.2.4
fig. οὔτις μερόπων ἀσινῆ βίοτον ... <ἂν> ἄτιμος ἀμείψαι ningún hombre cruzará indemne una vida sin dolor A.Ch.1019.
2 igual cont. c. ac. de pers. hacer cruzar, hacer pasar πίτυλον, ὃς αἰὲν δι' Ἀχέροντ' ἀμείβεται τὰν ... θεωρίδα golpe de remos que hace cruzar el Aqueronte a la peregrinación (de los muertos), A.Th.856
c. dat. instrum. (τέκνα) διαδοχαῖς ἀμείβουσαι χερῶν haciendo pasar (a los niños) de mano en mano E.Hec.1159.
3 fig. sobrepasar μελισσᾶν ... πόνον Pi.P.6.54.
B usos especiales de la v. med. c. constr. diferentes de A
I c. dat. instrum. o c. ac. interno variar στενότητι X.Cyn.9.14
cambiarse, mudarse τᾷ δὲ χολᾷ τὸ πρόσωπον ἀ. Theoc.23.13
corresponder τὰ δὲ ἄλλα (ἐμπόλια) ἀμειβόμενα τὸ ἴσον ἀπὸ τοῦ μεγίστου εἰς τὸ ἐλάχιστον los demás (tarugos) guardando la misma proporción (e.d. correspondiendo) desde el mayor al menor, IG 22.1675.9 (Eleusis IV a.C.).
II 1devolver, pagar, dar su merecido (según el contexto más amplio se define como recompensar o castigar cf. ἀμείβεσθαι· ἐπὶ τοῦ χάριν εἰδέναι, καὶ ἐπὶ τοῦ κακὸν ἀντιδιδόναι AB 183.15)
a) c. ac. de pers. y dat. instrum. σ' εὖ δώροισιν Od.24.285, χρηστοῖσί με Hdt.1.41, πολλῶν ὀφείλω σοι χάριτας, γονῆς, τροφῆς· ἀμείβομαί σε τῷ φυγεῖν τὴν οἰκίαν Com.Adesp.371K., αὐτοὺς ... αἰωνίῳ χάριτι I.BI 4.461, ἔφη ... ἀμείψασθαί με ἀμοιβῇ τῇ δικαίᾳ θέλων Luc.Asin.27, ἀγαθοῖς δὲ πολλοῖς ὑβρίσαντας ἠμείψω Babr.119.9, κακίᾳ ἠμείψαντό σε Aq.Ge.50.17
tb. c. ac. asimilado al de pers. dar las gracias, agradecer θυσίαις ἠμείβοντο τὴν τοῦ θεοῦ περὶ αὐτοὺς πρόνοιαν dieron las gracias con sacrificios por la providencia divina para con ellos I.AI 3.38
c. ac. de pers. y gen. ἀ. ... σε τῆς δικαιοσύνης darte las gracias por tu justicia Luc.Somn.15
sólo c. ac. de pers. τοὺς μὲν ἐκόλαζε τοὺς δὲ ἠμείβετο a los unos castigaba, a los otros recompensaba D.C.74.8.4, pero τὸν δ' ἄδικον ἀ. castigar al culpable S.Fr.12
c. ac. de objetos personif. πεσόντα γ' ὧδ' ἀμείψομαι os castigaré así arrojándoos al suelo A.A.1267;
b) c. ac. int. δίδυμα καὶ τριπλᾶ παλίμποινα θέλων ἀμείψῃ dobles y triples recompensas has de pagar de buen grado A.Ch.793, τὸ δ' ἄχνυμαι, φθόνον ἀμειβόμενον τὰ καλὰ ἔργα me duelo de la envidia que resulta de las acciones nobles Pi.P.7.19, ἀ. ... ἀσυνεσίας castigar las insensateces E.Ph.1727, φόνον E.El.1093, οὐδ' ἐστὶν ἴσον τὸ τὴν προϋπαρχὴν ἀμείψασθαι no es equitativo pagar (e.d. devolver) el servicio original Arist.EN 1165a5, ἀμοιβόμενος (sic) τὰς ἀμοιβάς Mitteis Chr.2.361.17 (IV a.C.), ὦ παντοίας φιλότητος ἀμειβόμεναι χάριν oh vosotras que venís a dar las gracias por una amistad de todo tipo S.El.134
a veces c. ac. int. y dat. de pers. πολλοῖσι ... κέρδη πονηρὰ ζημίαν ἠμείψατο a muchos las ganancias injustas les han traído un castigo E.Cyc.312, tb. en v. act. χάριν γὰρ τροφεῦσιν ἀμείβων dando las gracias a quienes lo criaron A.A.729
c. ac. int., dat. de pers. y ἀντί + gen. ὁ ... Θεὸς ἀντὶ τῶν πόνων ... ἀμείψεται αὐτῷ πλούσια ... τὰ ἀντάμοιβα PMasp.151.256 (VI a.C.)
en v. pas. τὸ [δ] ὲ γενόμενον ἀνάλωμα ... ἀπολογισάμενοι τῇ πόλει οἱ πρεσβευταὶ ὅπως ἀμείβωνται rindiendo cuentas a la ciudad del gasto los embajadores ... para que pagasen, SIG 656.46 (Teos III a.C.), cf. tb. abs., Thd.Pr.11.17;
c) c. ac. de pers. y ac. int. o adverb. (δεῖ) αὐτὴν ἀμείβεσθαι χαριζομένην τὸν αὐτὸν τρόπον (debes) pagarle sus favores en la misma medida X.Mem.3.11.12, ἀ. ὑμᾶς τὴν χάριν ταύτην Sm.2Re.2.6;
d) c. ac. de n. de acción, fig. vengarse de τὰν ἄθεον ... ὕβριν AP 3.1
c. ac. de n. de acción y dat. instrum. pagar τὰς εὐεργεσίας ... χάρισιν X.Mem.4.3.15
c. ac. de abstr. y dat. instrum. ἀ. τὸ κακὸν κακῷ compensar el mal con el mal Aret.SD 2.13.19.
2 en contextos monetarios (c. νόμισμα, ἀργύριον) comprar o vender καὶ παρεκάλει τοὺς ἔχοντας ἀντιβολῶν καὶ δακρύων ἀμείψασθαι πρὸς νόμισμα y convocaba a los poseedores suplicándoles con lágrimas en los ojos que se lo vendiesen por dinero Plu.Aem.23, πόθεν ἂν οὖν ἀμειψάμην τὸν λύχνον de dónde habría podido comprar la lámpara Lib.Or.45.10
tb. act. y en uso pregnante τὸν μαθήματα συνωνούμενον πόλιν τε ἐκ πόλεως νομίσματος ἀμείβοντα al que compra los conocimientos y yendo de ciudad en ciudad los vende (los cambia) por dinero (pero cf. A III 1) Pl.Sph.224b
c. dat. instrum. comerciar σίτῳ ἀμείβονται Plb.4.38.5.
III ref. al movimiento local o sucesión temporal
1 c. suj. plu. o du., abs. alternar, turnarse ὑμὰ κτήματ' ἔδοντες, ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους comiéndoos vuestras riquezas, turnándoos de casa en casa, Od.1.375, 2.140, ταρφέ' ἀμειβομένω pasándose (la pelota) repetidamente, Od.8.379
relevarse οἱ μὲν ἀμειβόμενοι φυλακὰς ἔχον Il.9.471
c. dat. instrum. moverse alternativamente ὁπλαῖς ... ἀμειβόμενοι ref. al movimiento de las patas de los animales al andar, Pi.P.4.226
sucederse alternativamente ἄγχι ... ἀρούραισιν, αἵτ' ἀμειβόμεναι como ... tierras (que se cultivan y dejan en barbecho) alternando Pi.N.6.9, ἄλλα γὰρ ἄλλοθεν ἀμείβεται E.Hipp.1108.
2 c. suj. sg. y part. alternativamente θρῷσκων ἄλλοτ' ἐπ' ἄλλον (ἵππον) ἀμείβεται salta alternativamente de un caballo a otro, Il.15.684.
IV ref. a la voz y a las palabras
1 c. suj. plu. y dat. instrum. alternarse ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ cantaban alternándose con su bella voz, Il.1.604.
2 esp. en el diálogo contestar, responder, replicar
a) c. suj. sg. y dat. instrum. ἀ. ἐπέεσσιν Il.23.492, Od.3.148, μύθοισιν Od.2.83, μύθῳ Il.24.200, Od.12.278, λόγῳ E.Tr.903
c. otro verbo que significa ‘hablar’ ἐξαῦτις μύθοισιν ἀμειβομένη προσέειπεν Od.4.234, tb. c. ac. de pers. τὴν δὲ Πάρις μύθοισιν ἀμειβόμενος προσέειπε Il.3.437
c. dat. instrum. y ac. de pers. τὸν ... μύθοισιν Il.3.171, τὸν ... λόγοις ... ἀ. Pi.P.4.102, μιν ... τοισίδε Hdt.1.35, 4.97, cf. 2.173
abs. ἀμειβόμενος δὲ προσηύδα Il.14.270, 17.33, Archil.144;
b) c. ac. int. ταῦτα Hdt.1.37, ἔπος ... πρὸς ἔπος A.Eu.586, μῦθον E.Supp.478
c. ac. int. y ac. de pers. μ' οὐδὲν ἀμείβεται Alcm.3.64, ταῦτα μὲν τοὺς φίλους Hdt.2.173, cf. 3.52, S.OC 991, τὸν δὲ ... μῆτιν ... ἀμείβετο le contestó con un consejo Pi.P.9.38
c. ac. int. y dat. de cosa τούτοις ἀμείβου ... εὐμαθές τι a esto contesta algo comprensible A.Eu.442, o giro preposicional οὐδὲν πρὸς ταῦτα ἀ. Hdt.8.58
sólo c. giro preposicional ἀ. περὶ ὅτου τις ἔροιτο Luc.Alex.19.
3 abs. responder, no faltar ἐπειδὴ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐν αὐτοῖς ἡ δύναμις ἤμειπται ya que más o menos responde en ellos la fuerza Gal.1.210.
C intr. act.
1 sucederse ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν τόδε E.Or.1503.
2 part. subst. ἀμείβοντες los pares maderos que apoyándose uno en otro sujetan la armadura o tijera de un edificio Il.23.712, Theo Sm.p.122, Nonn.D.37.592.

• Etimología: Rel. lat. migrare, de *meig- ‘cambiar’.

Greek Monotonic

ἀμείβω: [ᾰ]· Επικ. παρατ. ἄμειβον, μέλ. -ψω, αόρ. αʹ ἤμειψα (από τη √ΜΕΙΒ ή ΜΕΥ με α ως πρόθεμα, πρβλ. ἀμεύομαι, Λατ. MOV-eo).
Α. αλλάζω, ανταλλάσσω, ἔντε' ἄμειβεν, σε Ομήρ. Ιλ.· ἀμ τί τινος, όπως το γόνυ γουνὸς ἀμείβων, αλλάζοντας το ένα γόνατο με το άλλο, δηλ. περπατώ αργά, σε Ομήρ. Ιλ.· και ομοίως, είτε: I.1. δίνω εις αντάλλαγμα, τεύχε' ἄμειβε χρύσεα χαλκείων, αντήλλαξε τη χρυσή πανοπλία για μια χάλκινη, στο ίδ. είτε:
2. παίρνω σε αντάλλαγμα, πόσιν ἀντὶ σᾶς ἀμεῖψαι ψυχᾶς, να τον εξαγοράσεις με αντίτιμο την ίδια σου την ζωή, σε Ευρ.
3. λέγεται για τόπο, εναλλάσσω και επομένως διέρχομαι, διασχίζω, σε Αισχύλ., Ευρ.· έπειτα, είτε περνώ από έναν τόπο, τον αφήνω, ή περνώ μέσα σ' αυτόν, μπαίνω μέσα του, σε Ηρόδ., Αττ.
4. αλλά, μεταβάλλω, μεταλλάσσω, χρῶτα, το χρώμα μου, σε Αισχύλ.
5. Ενεργ. μτβ., κάνω τους άλλους να αλλάξουν, τεῦχε ἄμειβον, σε Ομήρ. Ιλ.· παραδίδω, μεταδίδω από χέρι σε χέρι, σε Ευρ.
6. όπως το Μέσ. I. 3, ξεπληρώνω, ανταποδίδω, επιστρέφω, ἀμ. χάριν, σε Αισχύλ.
II. 1. αμτβ. στη μτχ., ἀμείβοντες, οἱ, τα δοκάρια που συναντιούνται σταυροειδώς, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐν ἀμείβοντι = ἀμοιβάδις, σε Πίνδ.
2. ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν, κάτι καινούριο έρχεται μετά από τα υπόλοιπα, σε Ευρ. Β. I.1. Μέσ., ανταλλάσσω κάτι με κάτι άλλο, ἀμειβόμενοι, διαδοχικά, εναλλάξ, σε Όμηρ.· έρχομαι ως ακολουθία, σε Ευρ.
2. συχνά χρησιμοποιείται για το διάλογο, αποκρίνομαι επάλληλα, σε Ομήρ. Οδ.· συχνά στη μτχ. ἀμειβόμενος, αυτός που αποκρίνεται, βρίσκεται σε θέση να απαντήσει, σε Όμηρ.· με αιτ., ἀμ. τινα μύθῳ, μύθοις ἐπέεσσι, στον ίδ.· ακόμα, ταῦτα τοὺς φίλους ἠμείψατο, σε Ηρόδ.
3. ανταποδίδω, ξεπληρώνω, δώροισιν ἀμ. τινα, σε Ομήρ. Οδ.· χρηστοῖσι, σε Ηρόδ.· επίσης με αιτ. και δοτ. πράγμ., ἁμ.εὐεργεσίας χάρισιν, σε Ξεν.
II. 1. λαμβάνω, δέχομαι ως αντάλλαγμα, λῴους φρένας τῶν νῦν παρουσιῶν, σε Σοφ.
2. όπως το Ενεργ., εναλλάσσω έναν τόπο, τον διέρχομαι, είτε βγαίνοντας είτε μπαίνοντας σ' αυτόν, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμείβω: (aor. ἤμειψα - дор. ἄμειψα с ᾱμ; aor. med. ἠμειψάμην и ἠμείφθην; aor. pass. ἠμείφθην)
1) тж. med. менять(ся), обменивать (τί τινος Hom., Plut. и τι ἀντί τινος Pind., Eur.): πρός τινά τι ἀ. τινος Hom. выменивать у кого-л. что-л. на что-л.; ἀμείψασθαί τι πρὸς νόμισμα Plut. вернуть что-л. в обмен на деньги; ἀ. χρῶτα πορφυρᾷ βαφῇ Aesch. принимать пурпурную окраску; μορφὴν ἀμείψας ἐκ θεοῦ βροτησίαν Eur. сменив внешность бога на человеческую; ἀμεῖψαί τινα ἀντὶ τῆς ψυχῆς ἑαυτοῦ Eur. спасти кого-л. ценой своей жизни;
2) сменять, чередовать (ἕως ἂν νὶξ ἀμείψηται φάος Eur.): ὀλίγον γόνυ γουνὸς ἀ. Hom. медленно передвигать ноги; преимущ. med. чередоваться, сменяться, перемежаться: ἀ. τι διαδοχαῖς χεροῖν Eur. передавать что-л. из рук в руки; ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν τόδε Eur. вот новое событие приходит на смену недавним; ἐν ἀμείβοντι (sc. χρόνῳ) Pind. попеременно, чередуясь; οἱ ἀμείβοντες (sc. δοκοί или στρωτῆρες) Hom. кровельные стропила; ἀμειβόμενοι φυλακὰς ἔχον Hom. они посменно несли стражу; ἀμειβόμενος προσηύδα Hom. он, в свою очередь, сказал (ср. 5);
3) воздавать, отплачивать (τινά τινι Hom., реже τινί τι Eur. и τινά τινος Luc.): εὖ τινα δώροισιν ἀμείψασθαι Hom. вознаградить кого-л. богатыми дарами; ἀμείψεται φόνον φόνος Eur. убийство будет возмездием за убийство; χάριν τινὶ ἀμεῖψαι Aesch. отблагодарить кого-л.; εὐεργεσίας ἀξίαις χάρισιν ἀμείβεσθαι Xen. достойно отблагодарить за благодеяния; πολλοῖσι κέρδη πονηρὰ ζημίαν ἠμείψατο Eur. многие поплатились за преступную корысть; δίδυμα παλίμποινα ἀμεῖψαι Aesch. возместить в двойном размере;
4) преимущ. med. менять местопребывание, т. е. проходить, переходить, входить или выходить (ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβόμενος Plat.): ἀμείψασθαι ἕρκος ὀδόντων Hom. переступить ограду зубов, т. е. выйти из уст или войти в уста; ἀ. τὰς θύρας Her. переступать (порог) двери, т. е. входить или выходить; ἔξελθ᾽ ἀμείψας τάσδε στέγας Soph. или ἄμειψον δόματα τάδε Eur. выйди из этого помещения; βίοτον ἀμεῖψαι (v. l. ἀμείψασθαι) Aesch. прожить жизнь;
5) med. отвечать, возражать (τινα Hom., Eur.): χαλεποῖσιν ἀμείβεσθαι ἐπέεσσιν или μύθοισιν Hom. обмениваться сердитыми речами, перебраниваться; ἀμείβεσθαί τι Her., Eur., Plut. или λόγῳ πρός τι Eur. отвечать на что-л.

Frisk Etymological English

-ομαι
Grammatical information: v.
Meaning: change, exchange, mid. also answer, repay, requite. (Il.).
Other forms: ἀμεὶβοντες rafters that meet and cross each other (Il. Ψ 712).
Derivatives: ἀμοιβή change, exchange, requital, recompense, answer. - Adj. ἀμοιβός `one who exchanges, in requital' (Il.)
Origin: IE [Indo-European] [713] *h₂meigʷ- change
Etymology: No exact correspondence. One compares Lat. migrare wander as from *migros changing (place). The -β- will go back to *gʷ as *b is rare in PIE, which gives *h₂meigʷ- The root *h₂mei - change is well known, Skt. máyate, Lat. (com)mū-nis , but the enlargement -gʷ- is rare.

Middle Liddell

[From Root !μειβ, or !μευ, with α prefixed, cf. ἀμεύομαι Lat. MOV-eo.]
A. Act. to change, exchange, ἔντε' ἄμειβεν Il.; ἀμ. τί τινος, as γόνυ γουνὸς ἀμείβων changing one knee for the other, i. e. walking slowly, Il.:—and so, either
1. to give in exchange, τεύχε' ἄμειβε χρύσεα χαλκείων exchanged golden armour for brasen, Il.; or
2. to take in exchange, πόσιν ἀντὶ σᾶς ἀμεῖψαι ψυχᾶς to redeem him at the price of thine own life, Eur.
3. of place, to change it, and so to pass, cross, Aesch., Eur.: —then, either to pass out of a place, leave it, or to pass into, enter it, Hdt., attic
4. simply, to change, alter, χρῶτα one's colour, Aesch.
5. Causal, to make others change, τεύχε' ἄμειβον Il.: to pass on, hand on from one to another, Eur.
6. like Mid. I. 3, to repay, return, ἀμ. χάριν Aesch.
II. intr. in part., ἀμείβοντες, οἱ, interchangers, i. e. the rafters that meet and cross each other, Il.; ἐν ἀμείβοντι = ἀμοιβαδίς, Pind.
2. ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν one new thing comes on after others, Eur.
B. Mid. to change one with another, ἀμειβόμενοι by turns, alternately, Hom.: to come in turn, Eur.
2. often of dialogue, to answer one another, Od.; often in part. ἀμειβόμενος, answering, in answer, Hom.; c. acc., ἀμ. τινα μύθωι, μύθοις, ἐπέεσσι Hom.; even, ταῦτα τοὺς φίλους ἠμείψατο Hdt.
3. to repay, requite, δώροισιν ἀμ. τινα Od.; χρηστοῖσι Hdt.; also c. acc. et dat. rei, ἀμ. εὐεργεσίας χάρισιν Xen.
II. to get in exchange, λώιους φρένας τῶν νῦν παρουσῶν Soph.
2. like Act. to change a place, to pass either out of or into, Hom., etc.

Frisk Etymology German

ἀμείβω: -ομαι
{ameíbō}
Grammar: ̌v.
Meaning: ‘wechseln, (ver)tauschen, eintauschen’, med. auch antworten, vergelten (alt und häufig).
Derivative: Neben dem alten Verbalnomen ἀμοιβή (s. unten) erscheint seit der hell. Zeit (Plb., LXX) die Neubildung ἄμειψις Wechsel, Austausch mit ἀμειπτικός. Seit alters weit verbreitet war dagegen ἀμοιβή mit verschiedenen Bedeutungen und Sinnfärbungen: ‘Wechsel, Tausch (handel), Vergeltung, Dank, Antwort u. a.’. Von ἀμοιβή wiederum mehrere Ableitungen: ἀμοιβαῖος abwechselnd (Pi., Emp., Hdt. usw.), ἀμοιβάδιος ib. (Opp., Q. S., AP; vgl. ἀμοιβαδίς und andere Adverbia unten); ἀμοιβιμαῖον Vergeltung, Lohn (IGRom., Lydien; zur Bildung Chantraine Mélanges Maspero 2, 219ff.). Ein vereinzeltes Substantiv ist ἀμοιβεύς "Vertauscher", Benennung des Poseidon bei Lyk. 617. — Mehrere Adverbia: ἀμοιβηδίς, (ἐπ)αμοιβαδίς (Hom. usw.), vgl. Schwyzer 631 : 9, usw. — Das Denominativum ἀμοιβάζω vertauschen tritt erst spät auf (Men. Prot.). — Neben ἀμοιβή steht seit Il. das Nom. ag. (Adj.) ἀμοιβός ablösend, zum Entgelt, sowohl als Simplex wie vor allem als Hinterglied. — Späte Gelegenheitsbildung ἀμειβώ = ἀμοιβή (Eust.).
Etymology : Ohne sichere und genaue Entsprechung. Seit Walter KZ 11, 430 vergleicht man u. a. lat. migrare wandern als Denominativum von *migros den Ort wechselnd. Durch Abtrennung eines g-Suffixes kann man auch lat. -nus usw. (idg. mei-) heranziehen. W.-Hofmann s. migro, WP. 2, 245.
Page 1,90