Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμοιβή

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἀμοιβή Medium diacritics: ἀμοιβή Low diacritics: αμοιβή Capitals: ΑΜΟΙΒΗ
Transliteration A: amoibḗ Transliteration B: amoibē Transliteration C: amoivi Beta Code: a)moibh/

English (LSJ)

ἡ, (ἀμείβω)

   A requital, recompense, Hom. only in Od.; σοὶ δ' ἄξιόν ἐστιν ἀμοιβῆς Od.1.318; ἄλλοισι δίδου χαρίεσσαν ἀ. . . ἑκατόμβης 3.58; εὖ ἔρδοντι κακὴν ἀπέδωκας ἀ. Thgn.1263, cf. E.Or.467; γλυκεῖαν μόχθων ἀ. Pi.N.5.48; ἀγαναῖς ἀ. τινὰ τίνεσθαι to requite him by like return, Id.P.2.24; χαρίεσσα ἀμοιϝά GDI3119c (Corinth); οἵας ἀ. ἐξ Ἰάσονος κυρεῖ E.Med.23; ἀμοιβαὶ τῶν θυσιῶν Pl.Smp.202e; retribution, ἔργων ἀντ' ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀ. Hes.Op.334: pl., αἰωνίαις ἀ. βασανισθησόμενοι Phld.D.1.19.    2 repayment, compensation, τείσουσι βοῶν ἐπιεικέ' ἀ. Od.12.382.    3 that which is given in exchange, τῷ σκυτοτόμῳ ἀντὶ τῶν ὑποδημάτων ἀ. γίνεται κατ' ἀξίαν Arist.EN1163b35; τὴν ἀ. ποιητέον κατὰ τὴν προαίρεσιν 1164b1; δέκα μνῶν ἀ. Plu.Lyc.9.    4 answer, ἀσχήμων ἐν τῇ ἀ. Hdt.7.160.    II change, exchange, τὰς ἀ. ποιεῖσθαι Str.11.4.4; of money, Plu.Luc.2.    III change, alternation, κακῶν E.El.1147; ἑορτῶν Pl.Lg.653d.    2 transformation, D.L.9.8.

German (Pape)

[Seite 127] ἡ (ἀμείβω), Wechsel, Vergeltung, Hom. dreimal, Od. 3, 58 ἄλλοισι δίδου χαρίεσσαν ἀμοιβὴν σύμπασιν Πυλίοισιν ἀγακλειτῆς ἑκατόμβης, 1, 318 δῶρον, καὶ μάλα καλὸν ἑλών· σοὶ δ' ἄξιον ἔσται ἀμοιβῆς, 12, 382 εἰ δέ μοι οὐ τίσουσι βοῶν ἐπιεικέ' ἀμοιβήν, Buße, Sühne; 14, 521 hielten Einige ἀμοιβάς für acc. plur. von ἀμοιβή, s. ἀμοιβάς; – θυσιῶν Plat. Conv. 202 e; ἀπέδωκ' ἀμοιβὰς οὐ καλάς Eur. Or. 467; οἵας ἀμοιβῆς ἐξ Ἰάσονος κυρεῖ Med. 23, vgl. H. fur. 1169; Ap. Rh. 2, 475 ἀμπλακίης ἀμ. τίνειν; im guten Sinne εὐεργέταν ἀγαναῖς ἀμοιβαῖς τίνεσθαι Pind. P. 2, 24; Strafe, ἐπέθηκεν ἀμ. ἔργων ἀντ' ἀδίκων Hes. O. 334; Rache, πατρῴων παθέων ἀμοιβάν Eur. Or. 841; Luc. Prom. 15; Belohnung, Pind. N. 5, 48 μόχθων; Her. 7, 160 Antwort; Plat. Legg. III, 653 d ἑορτῶν ἀμοιβαί Abwechselung; Plut. Lyc. 9 δέκα μνῶν ἀμ. kleines Geld für zehn Minen eingewechselt; vom Umsatze des Geldes νόμισμα λαμβάνον ἀμοιβὴν ταχεῖαν Lucull. 2; φορτίοις τὰς ἀμοιβὰς ποιοῦνται Tauschhandel treiben Strab. XI, 4 p. 502. – Im Att. steht dafür in der Bdtg Belohnung nach Moeris χάρις.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμοιβή: ἡ, (ἀμείβω) ἀνταπόδοσις, πληρωμή, Ὅμ. (μόνον ἐν. Ὀδ.), Ἡσ., κτλ., σοὶ δ’ ἄξιον ἔσται ἀμοιβῆς Ὀδ. Α. 318· ἄλλοισι δίδου χαρίεσσαν ἀμοιβήν... ἑκατόμβης, διὰ τὴν ἑκατόμβην, Γ. 58· εὖ ἕρδοντι κακὴν ἀπέδωκας ἀμ. Θέογν. 1263, πρβλ. Εὐρ. Ὀρ. 467· γλυκεῖαν μόχθων ἀμ. Πινδ. 5. 88· ἀγαναῖς ἀμ. τινὰ τίνεσθαι, ἀνταμείβειν αὐτὸν δι’ …, ὁ αὐτ. Π. 2. 43· οἵας ἀμ. ἐξ. Ἰάσονος κυρεῖ Εὐρ. Μήδ. 23· ἀμοιβαὶ τῶν θυσιῶν Πλάτ. Συμπ. 202Ε. 2) ἀνταπόδοσις, ἀποζημίωσις, τίσουσι βοῶν ἐπιεικέ’ ἀμ. Ὀδ. Μ. 382· ἔργων ἀντ’ ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀμ. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 334. 3) τιμὴ καταβαλλομένη ὡς ἀντάλλαγμα διά τι, τῷ σκυτοτόμῳ ἀντὶ τῶν ὑποδημάτων ἀμ. γίνεται κατ’ ἀξίαν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 9. 1, 1· τὴν ἀμ. ποιητέον κατὰ τὴν προαίρεσιν αὐτόθιδέκα μνῶν ἀμ. Πλουτ. Λυκ. 9. 4) ἀπόκρισις, ἀσχήμων ἐν τῇ ἀμ. Ἡρόδ. 7. 160. ΙΙ. ἀλλαγή, ἀνταλλαγή, τὰς ἀμ. ποεῖσθαι Στράβ. 502· ἐπὶ χρημάτων, Πλουτ. Λούκουλλ. 2. ΙΙΙ. ἀλλαγή, ἀνταλλαγή, κακῶν Εὐρ. Ἠλ. 1147· ἑορτῶν Πλάτ. Νόμ. 653D. 2) μεταμόρφωσις, μεταβολή. Διογ. Λ. 9. 8. ― ἀμοιFὰ = ἀμοιβὴ Ι, τὺ δὲ δό[ς χα]ρίεσ[σ]αν ἀμοιFὰν [VI] Ἐπιγρ. Κορίνθ. 3319. = Συλλ. Ἐπιγρ. Ἀττ. 20, 108a.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. ce qui se fait ou se donne en échange :
1 don en retour ; récompense : σοὶ δ’ ἄξιόν ἐστι ἀμοιβής OD il est juste que tu sois récompensé ; ἀμοιβὴ ἑκατόμβης OD récompense (accordée par un dieu) en échange d’une hécatombe ; marque de reconnaissance, bon office ; paiement, rétribution LSJ ; en mauv. part expiation, châtiment;
2 lettre en réponse;
II. alternance, succession;
III. changement, transformation.
Étymologie: ἀμείβω.

English (Autenrieth)

(ἀμείβω): recompense, requital, gift in return. (Od.)

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Alolema(s): ἀμοιϝά IG 4.212 (Corinto); dór. ἀμοιβά Pi.N.5.48; lesb. ἀμοίβα Sapph.133.1

• Prosodia: [ᾰ-]
I 1en gener. cambio τοῦ κάτω σκότου φίλας ἀμοιβάς dulce cambio en relación con las tinieblas infernales E.HF 564, ἐν ταῖς τῶν ὀχημάτων ἀμοιβαῖς en los cambios de postas Plu.Galb.8, αἰδίοις ἀμοιβαῖς ἀνανεουμένου (sc. τοῦ ὅλου) renovándose por cambios eternos M.Ant.10.7, τὴν εἰς φῶς αὐτῶν ἀμοιβήν el cambio hacia la luz Arat.Comm.90.1
gram. τὰ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ τόνου lo del cambio (e.d. la retrotracción) del acento A.D.Synt.130.26.
2 en sent. comercial, de monedas o mercancías intercambio φορτίοις τὰς ἀμοιβὰς ποιοῦνται Str.11.4.4, cf. Poll.9.77, Lib.Or.3.6
c. gen. τούτου Plu.2.226c, τῶν αἰχμαλώτων D.C.Epit.8.15.7, ἀργύρου Man.2.256
esp. de monedas circulación λαμβάνον ἀμοιβὴν ταχεῖαν adquiriendo una rápida circulación Plu.Luc.2, ἀμοιβῇ γὰρ ἔοικε νομίσματος ἡ τοῦ λόγου χρεία el uso del lenguaje se parece a la circulación de moneda Plu.2.406b
equivalencia, equivalente δέκα μνῶν ἀ. el equivalente de diez minas Plu.Lyc.9.
II retribución, pago abs. σοὶ δ' ἄξιον ἔσται ἀμοιβῆς Od.1.318, ὃς εὖ ἔρδοντι κακὴν ἀπέδωκας ἀμοιβήν Thgn.1263, cf. quizá Sapph.133.1, χαριστικὸς οὐχ ὁ βλέπων πρὸς τὴν ἀμοιβήν Democr.B 96, ἀπέδωκ' ἀμοιβὰς οὐ καλάς E.Or.467, τὴν ἀ. τε ποιητέον Arist.EN 1164b1, παρ' ἐμοῦ λήψεται τὴν ἀ. I.BI 1.464, ἀμείψασθαί με ἀμοιβῇ τῇ δικαίᾳ Luc.Asin.27
c. gen. obj. οὐ τίσουσι βοῶν ἐπιεικέ' ἀμοιβήν Od.12.382, τίνων δ' ἀμοιβάς ὧν ... E.HF 1169, ἀ. τῶν θυσιῶν Pl.Smp.202e, χάριτος δέ τοι ἔσσετ' ἀ. Call.Del.152, τόφρ' ἂν ... τίσειε δ' ἀμοιβὰς σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν ἀδελφειοῦ κταμένοιο Orph.A.1304, χάριτος ἀ. I.AI 1.249, τῶν ἀγαθῶν ἀ. Plu.2.935c, τὴν ἀ. ἀποδεδώκατε τοῦ βουλεύματος Luc.Prom.15, ἀ. τῶν εὐεργεσιῶν D.C.53.4.1, τῆς εὐσεβείας PGiss.22.6, πόνων ἀ. Alciphr.2.20.1, ὕβρεων Alciphr.3.12.4
c. gen. subjet. τὰς ἀ. σου ἀνταμείψασθαι PLond.1729.29 (VI a.C.)
c. dat. ὁ μὲν γὰρ καπηλεύει τῇ χάριτι τὴν ἀμοιβήν regatea el pago a un favor Epicur.Sent.Vat.[6] 39.2
c. giro preposicional ἀντὶ τῶν ὑποδημάτων ἀ. γίνεται κατ' ἀξίαν Arist.EN 1163b35
según cont. puede traducirse en sent. positivo (recompensa, premio) o negativo (castigo, venganza):
a) recompensa, premio ἄλλοισι δίδου χαρίεσσαν ἀ. Od.3.58, cf. τὺ δὲ δὸ[ς χα] ρίεσ(σ)αν ἀμοιϝάν IG 4.212, κρέσσονας αὐτῶν ἀ. ἀποδοῦναι Democr.B 92, γλυκείαν μόχθων ἀμοιβάν dulce recompensa por sus trabajos Pi.N.5.48, τὸν εὐεργέταν ἀγαναῖς ἀμοιβαῖς ... τίνεσθαι Pi.P.2.24, cf. E.Med.23, Hel.159, A.R.3.393, πολλὰς ἡδονὰς καὶ καλὰς ἀ. ἀπέδωκεν ἀνθ' ὧν ... ἀπέσχετο Plb.31.28.13, ἀ. τῆς πρὸς τοὺς εὐεργέτας χάριτος D.S.1.90, cf. I.BI 1.293, χρὴ προθύμως ἐκτίνειν τὰς ἀ. conviene pagar la recompensa de buen grado Onas.38.8, ξενίης δ' ἀ. ἀντέδωκαν ἀνθρώπῳ Babr.74.8, cf. 1Ep.Ti.5.4, μέγεθος δὲ καὶ περὶ τὰς ἀμοιβὰς καὶ περὶ τὰς τιμωρίας Plu.Ant.24, cf. D.P.Au.1.31, ὕμνων ... ἀντάξιος εἴη ἀ. haya justo premio por mis cantos D.P.1187
esp. en sintagmas nominales c. prep. en premio a, en recompensa εἰς αὐτὸν ἀμοιβήν IPr.113.120 (I a.C.), ἀμοιβῆς χάριν IG 14.744, ἀμοιβῆς ἕνεκεν IG 14.748A (Nápoles II a.C.), εἵνεκ' ἀμοιβῆς TAM 2.186b.5 (IV a.C.);
b) castigo, venganza, pago por una mala acción ἔργων ἀντ' ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀ. Hes.Op.334, ἀμοιβαὶ κακῶν E.El.1147, μή τινα λευγαλέοιο φόνου τείσειαν ἀ. A.R.1.619, πατρὸς ἑοῖο κακὴν τίνεσκεν ἀ. ἀμπλακίης A.R.2.475, ταῖς αἰ[ω] νί[οι] ς ἀμ[οι] βαῖς β[ασανι] σθησόμενοι πρὸς τῶν θεῶν Phld.D.1.19, ὑπὲρ τῶν τετολμημένων ... ἀ. I.AI 7.45, τὴν τῆς τόλμης ἀσεβοῦς ἀμοιβὴν τῆς ... παιδός PMasp.97D.ue.84 (VI a.C.).
III 1alterancia, turno, sucesión τὰς τῶν ἑορτῶν ἀ. Pl.Lg.653d, ἀμοιβᾷ γενέσιος καὶ ἀνταποδόσι φθορᾶς Hippod.p.14, κακῶν τε καὶ καλῶν ἀ. Vett.Val.173.15, διὰ τὴν κατὰ κύκλον ἀλλήλων τῶν ἀτόμων ἀ. por la alternancia circular de los (meses y años tomados como) individuos Procl.in Ti.3.87, ἀμοιβή ἐστι τῶν εἰσαγομένων προσώπων διάλογος el turno es el diálogo de los personajes introducidos Sch.D.T.452.3
en frase adverb. εἰ γὰρ ἀμοιβήν, ... κνήθειν οἶδεν ὄνος τὸν ὄνον pues si por turno sabe el burro frotar al burro, AP 12.238 (Strat.)
disfrute alternativo, turno ἀμοιβὴ ἐνκτήσεως POxy.705.61 (III a.C.).
2 respuesta οὔ με ἔπεισας ἀσχήμονα ἐν τῇ ἀμοιβῇ γενέσθαι Hdt.7.160.
IV 1transformación de la doctrina de Heráclito πῦρ εἶναι στοιχεῖον καὶ πυρὸς ἀμοιβὴν τὰ πάντα D.L.9.8.
2 sustitución κατὰ ἀμοιβὴν τοῦ ὀνόματος A.D.Synt.13.15, de pron. y art., A.D.Synt.58.19.

English (Strong)

from ameibo (to exchange); requital: requite.

English (Thayer)

(ῆς, ἡ (from ἀμείβω, as ἀλειφή from ἀλείφω, στοιβή from στείβω), a very common word with the Greeks, requital, recompense, in a good and a bad sense (from the significance of the middle ἀμείβομαι to requite, return like for like): in a good sense, 1 Timothy 5:4.

Greek Monolingual

η (Α ἀμοιβή)
1. ανταπόδοση, ανταμοιβή
2. ο μισθός που δίνεται σε αντάλλαγμα υπηρεσίας ή εργασίας, αντιμισθία
μσν.-αρχ.
αλλαγή, ανταλλαγή
αρχ.
1. αποζημίωση
2. ποινή
3. εκδίκηση
4. απάντηση, απόκριση
5. (για είδη εμπορίου ή νομίσματα) ανταλλαγή
5. αλλαγή, μεταμόρφωση, μεταβολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμείβω.
ΠΑΡ. αμοιβαίος, αμοιβαδόν
αρχ.
ἀμοιβάς, ἀμοιβαδίς, ἀμοιβήδην, ἀμοιβηδίς, ἀμοιβηδόν.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. μικροαμοιβή, υπεραμοιβή].

Greek Monotonic

ἀμοιβή: ἠ (ἀμείβω),
I. 1. ανταπόδοση, πληρωμή, αποζημίωση, σε Ομήρ. Οδ.· ἑκατόμβης, για την εκατόμβη, στο ίδ.
2. απάντηση, σε Ηρόδ.
II. αλλαγή, ανταλλαγή χρημάτων, σε Πλούτ.
II. εναλλαγή, μεταβολή, κακῶν, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμοιβή:
1) возмездие, воздаяние, отплата (ἀντί τινος Hes. и τινος Eur., Plut., Luc.);
2) награда, благодарность: ἀ. τινος Hom., Pind., Eur., Plut. награда за что-л., тж. Hom., Plat. благодарность или награда, выражающаяся в чем-л.; ἀμοιβὰς οὐ καλὰς ἀποδοῦναί τινι Eur. дурно отблагодарить кого-л.;
3) ответ или возражение (ἀσχήμων ἐν τῇ ἀμοιβῇ Her.);
4) смена, чередование (ἑορτῶν ἀμοιβαί Plat.);
5) плата, вознаграждение (ἀντί τινος Arst.);
6) обмен, обращение (sc. νομίσματος Plut.): δέκα μνῶν ἀ. Plut. эквивалент десяти мин (в железной монете, введенной Ликургом);
7) перемена, превращение Diog. L.

Middle Liddell

ἀμείβω
I. a requital, recompense, compensation, return, payment, Od.; ἑκατόμβης for the hecatomb, Od.
2. an answer, Hdt.
II. change, exchange, of money, Plut.
III. alternation, κακῶν Eur.

Chinese

原文音譯:¢moib» 阿妹卑
詞類次數:名詞(1)
原文字根:回報 相當於: (גְּמוּל‎) (שׁוּב‎) (שָׁלֵם‎)
字義溯源:報答,報酬,報復;源自(ἀμέθυστος)X*=交換)
出現次數:總共(1);提前(1)
譯字彙編
1) 報答(1) 提前5:4