Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυιοβόρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: γυιοβόρος Medium diacritics: γυιοβόρος Low diacritics: γυιοβόρος Capitals: ΓΥΙΟΒΟΡΟΣ
Transliteration A: gyiobóros Transliteration B: guioboros Transliteration C: gyiovoros Beta Code: guiobo/ros

English (LSJ)

ον,

   A gnawing the limbs, eating, μελεδῶναι (v.l. γυιοκόρος, dub. sens.) Hes.Op.66; πῦρ AP9.443 (Paul. Sil.).

German (Pape)

[Seite 508] Glieder fressend, abzehrend, μελεδῶναι Hes. O. 66; Sp., λιμός, φροντίς, Paul. Sil. 7. 10 (V, 255. 264).

Greek (Liddell-Scott)

γυιοβόρος: -ον, ὁ τὰ μέλη καταβιβρώσκων, μελεδῶναι (διάφ· γραφ. γυιοκόρος, μετ᾿ ἀμφιβόλου σημασίας), Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 66· πῦρ Ἀνθ. Π. 9. 443.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui dévore les membres.
Étymologie: γυῖον, βιβρώσκω.

Spanish (DGE)

-ον
que devora los miembros μύωψ Nonn.D.3.273, ἑλίκαι Nonn.D.9.264, σπινθήρ Nonn.D.48.59, νοῦσοι Nonn.Par.Eu.Io.3.14, μάστιξ Nonn.Par.Eu.Io.11.3
fig. μελεδῶναι Hes.Op.66, cf. Opp.H.1.302, esp. ref. al amor βέλη AP 5.234 (Paul.Sil.), cf. 255.11, φροντίς AP 5.264 (Paul.Sil.), πῦρ AP 9.443 (Paul.Sil.).

Greek Monolingual

γυιοβόρος, -ον (Α)
αυτός που κατατρώει τα μέλη του σώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυίον + -βόρος (βλ. λ. βορά) (πρβλ. αιμοβόρος, κουροβόρος, κρεοβόρος)].

Greek Monotonic

γυιοβόρος: -ον (βι-βρώσκω), αυτός που κατατρώγει τα μέλη, σε Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

γυιοβόρος: пожирающий члены, изнуряющий (μελεδῶναι Hes.; λιμός Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυιοβόρος -ον [γυῖον, βιβρώσκω] die de ledematen verteert, hartverscheurend.

Middle Liddell

γυῖον, βιβρώσκω
gnawing the limbs, Hes.