Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιμός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λῑμός Medium diacritics: λιμός Low diacritics: λιμός Capitals: ΛΙΜΟΣ
Transliteration A: limós Transliteration B: limos Transliteration C: limos Beta Code: limo/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ (Dor. ἡ, acc. to Phryn.164, used by the Megarian in Ar.Ach.743, cf. Herod.2.17, Bion Fr.14.4; Λ. ἔχων γυναικὸς μορφήν Callisth. ap. Ath.10.452b; also h.Cer.311, Call.

   A Fr.anon.43, Plb.1.84.9, AP9.89 (Phil.), Ev.Luc.15.14, Act.Ap.11.28):—hunger, famine, δίψα τε καὶ λ. Il.19.166; λιμῷ θανέειν Od.12.342; λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμόν Hes.Op.243, cf. Th.2.54; λ. αἰανής Pi.I.1.49; λιμῷ συνεστεῶτας Hdt. 7.170; σκότῳ λ. ξύνοικος A.Ag.1642; δείπνου προφήτην λιμόν Antiph. 217.23; ἅπανθ' ὁ λ. γλυκέα πλὴν αὑτοῦ ποιεῖ Id.293; ὁ δὲ λ. ἐστιν ἀθανασίας φάρμακον Id.86.6: prov., ἀπολεῖτε λιμῷ Μηλίῳ, referring to the siege of Melos, Ar.Av.186: metaph., ἤδη γὰρ εἶδον… λιμόν τ' ἐν ἀνδρὸς πλουσίου φρονήματι, γνώμην δὲ μεγάλην ἐν πένητι σώματι E.El. 371.    II a hungry wretch, Men.Kol.78, Posidipp.26.12, Eust. 1828.6.

Greek (Liddell-Scott)

λῑμός: -οῦ, ὁ, (τὸ θηλ. ἡ λιμὸς λέγεται Δωρ. παρὰ τοῖς Γραμμ., καὶ οὕτω μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ὁ Μεγαρεὺς ἐν Ἀριστοφ. Ἀχ. 743, Βίων 6. 4· ἀλλ’ ὡσαύτως ἀπαντᾷ ἐν Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 313, Καλλ. Ἀποσπ. 490, Πολύβ. 1. 84, 9, καὶ Ἀνθ., πρβλ. Λοβεκ. Φρύνικ. 188, Ἰακωψ. Ἀνθ. Π. σ. 19 καὶ Πίνακα)· - πεῖνα, ἔλλειψις τροφῆς, δίψα τε καὶ λιμὸς Ἰλ. Τ. 166· λιμῷ θανέειν Ὀδ. Μ. 342· λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμὸν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 241, πρβλ. Θουκ. 2. 54· οὕτω καὶ παρὰ Πινδ., Ἡροδ., καὶ Ἀττ.· σκότῳ... λ. ξύνοικος Αἰσχύλ. Ἀγ. 1642· δείπνου προφήτην λιμὸν Ἀντιφάν ἐν «Φιλοθηβαίῳ» 1. 23· ἅπανθ’ ὁ λ. γλυκέα πλὴν αὐτοῦ ποιεῖ ὁ αὐτ. παρὰ Meineke Κωμ. Ἀποσπ. σ. 80· ὁ δὲ λ. ἐστιν ἀθανασίας φάρμακον ὁ αὐτ. ἐν «Διπλασίοις» 2· - παροιμ., ἀπολεῖτε λιμῷ Μηλίῳ, ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν πολιορκίαν τῆς Μήλου (Θουκ. 5. 114 ἑξ.), Ἀριστοφ. Ὄρν. 186· - μεταφορ., ἤδη γὰρ εἶδον... λιμόν τ’ ἐν ἀνδρὸς πλουσίου φρονήματι, γνώμην δὲ μεγάλην ἐν πένητι σώματι Εὐρ. Ἠλ. 371. ΙΙ. πειναλέος ἄνθρωπος, «πεινασμένος», «λιμασμένος», Ποσείδιππ. ἐν «Χορεύουσαις» 1. 12, πρβλ. Εὐστ. 1828. 6. (Ἴσως ἀντὶ λιφμός, ἰσχυρὸς πόθος, ἐπιθυμία σφοδρά, ἐκ τῆς √ΛΙΦ, λίπτομαι). - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 101-102.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
faim ; famine, inanition.
Étymologie: DELG cf. λοιμός.

English (Slater)

λῑμός
   1 famine γαστρὶ δὲ πᾶς τις ἀμύνων λιμὸν αἰανῆ τέταται (I. 1.49) Πανελλάδος, ἅν τε Δελφῶν ἔθνος εὔξατο λιμοῦ θ[ (Pae. 6.64)

English (Strong)

probably from λείπω (through the idea of destitution); a scarcity of food: dearth, famine, hunger.

English (Thayer)

λιμοῦ, ὁ (and ἡ in Doric and later writings; so L T Tr WH in Song of Solomon , too, in Lob. ad Phryn., p. 188; (Liddell and Scott, under the word at the beginning; WH s Appendix, p. 157a); Buttmann, 12 (11); Winer s Grammar, 63 (62) (cf. 36), and 526 (490)); the Sept. very often for רָעָב; hunger: ἐν λιμῷ καί δίψει, Xenophon, mem. 1,4, 13; equivalent to scarcity of harvest, famine: Buttmann, 81 (71)); λιμοί, famines in divers lands, λιμοί καί λοιμοί, L T Tr text WH omit καί λοιμοί); Theophilus ad Autol. 2,9; the two are joined in the singular in Hesiod, Works, 226; Herodotus 7,171; Philo, vit. Moys. i. § 19; Plutarch, de Isa. et Osir. 47.

Greek Monolingual

ο (AM λιμός, ὁ, Α και λιμός, ή)
μεγάλη και παρατεταμένη έλλειψη ειδών διατροφής που παρουσιάζει ευρεία γεωγραφική εξάπλωση και προκαλεί αύξηση της θνησιμότητας λόγω πείνας («λιμῷ δ' οἴκτιστον θανέειν», Ομ. Οδ.)

Greek Monotonic

λῑμός: -οῦ, ὁ και ἡ, πείνα, έλλειψη τροφής, σε Όμηρ., κ.λπ.· παροιμ., ἀπολεῖτε λιμῷ Μηλίῳ, σχετικά με την πολιορκία της Μήλου, σε Αριστοφ.· μεταφ., λέγεται για το μυαλό, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

λῑμός: ὁ, реже ἡ, тж. pl. голод (δίψα τε καὶ λ. Hom.; λ. ὁμοῦ καὶ λοιμός Hes.; λιμῷ θανέειν Hom., ἀποθανεῖν Plat. и ἀπολλύναι NT): Μήλιος λ. Arph. Мелосский голод, т. е. мучительнейший (голод на острове Мелос во время осады его афинянами в 416 г. до н. э.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m., also f. (Schwyzer-Debrunner 37 w. n. 3, Solmsen Wortforsch. 109)
Meaning: hunger, famine (Il.).
Compounds: Compp., e.g. λιμ-αγχ-έομαι be weakened by hunger (Hp.) from *λίμ-αγχ-ος (: ἄγχω; cf. Schwyzer 726); on βού-λιμος s. on βουλιμία; on πούλιμος strong hunger (Boeot.) Schulze K.Z. 33, 243 f. = Kl. Schr. 399 f. -
Derivatives: λιμ-ώδης hungry (Hp.), -ηρός hungry, connected with hunger (Theoc., AP ), -αλέος = ῥυσός, λεπτός' (H.; after αὑαλέος a. o.). Verbs: λιμαίνω, λιμῆναι be hungry (Hdt.), λιμώττω, -ώσσω id. (Str., J.) with λίμωξις (late); on NGr. λιμάζω, -άσσω cf. Georgacas Glotta 36, 168; on the group id. Ἀφιέρωμα Τριανταφυλλίδη 513ff.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: No agreement outside Greek (Osc. limu famem is a loan.) A primary formation compared with λι-μός is suspected in λοι-μός pest (s.v.) in spite of the long ι; on further hypothetical connections, e.g. with Lith. líesas meagre, leĩnas thin, weak, pliant, Goth. af-linnan ἀποχωρεῖν', OHG bi-linnan give way, stop, leave off s. WP. 2, 387f., Pok. 661 f., Fraenkel Wb. s. láibas, also W.-Hofmann s. lētum. Diff. Wackernagel KZ 30, 295 ( = Kl. Schr. 1, 658): from *λιπ-μός to λίψ ἐπιθυμία, λίπτω (s. v.); s. also λιρός. .
See also: --Zu λειρός s. λείριον.

Middle Liddell

λῑμός, οῦ,
hunger, famine, Hom., etc.:— proverb., ἀπολεῖτε λιμῷ Μηλίῳ, referring to the siege of Melos, Ar.:—metaph., of the mind, Eur.

Frisk Etymology German

λιμός: {līmós}
Grammar: m., auch f. (Schwyzer-Debrunner 37 m.. A. 3, Solmsen Wortforsch. 109)
Meaning: Hunger, Hungersnot (seit Il.).
Composita : Kompp., z.B. λιμαγχέομαι von Hunger erdrosselt werden (Hp. u.a.) von *λίμαγχος (: ἄγχω; vgl. Schwyzer 726); zu βούλιμος s. zu βουλιμία; zu πούλιμος Heißhunger (böot.) Schulze K.Z. 33, 243 f. = Kl. Schr. 399 f.
Derivative: Davon λιμώδης hungrig (Hp., spät), -ηρός hungrig, mit Hunger verbunden (Theok., AP u. a.), -αλέος = ’ῥυσός, λεπτός’ (H.; nach αὐαλέος u. a.). Verba: λιμαίνω, λιμῆναι hungern (Hdt.), λιμώττω, -ώσσω ib. (Str., J. usw.) mit λίμωξις (sp.); zu ngr. λιμάζω, -άσσω vgl. Georgacas Glotta 36, 168; zur ganzen Gruppe dens. Ἀφιέρωμα Τριανταφυλλίδη 513ff.
Etymology : Ohne außergriechische Entsprechung bis auf das entlehnte osk. limu famem. Eine mit λι-μός ablautende primäre Bildung wird in λοιμός Pest (s.d.) vermutet; über weitere hypothetische Anknüpfungen, z.B. an lit. líesas mager, hager, schmächtig, leĩnas dünn, schwach, biegsam, got. af-linnan ἀποχωρεῖν, ahd. bi-linnan weichen, aufhören, nachlassen u. a. m. s. WP. 2, 387f., Pok. 661 f., Fraenkel Wb. s. láibas, auch W.-Hofmann s. lētum. Anders Wackernagel KZ 30, 295 ( = Kl. Schr. 1, 658) : aus *λιπμός zu λίψ· ἐπιθυμία, λίπτω (s. d.); s. auch λιρός. —Zu λειρός s. λείριον.
Page 2,124-125

Chinese

原文音譯:limÒj 利摩士
詞類次數:名詞(12)
原文字根:饑荒 相當於: (רָעָב‎)
字義溯源:缺少糧食^,饑荒,饑餓,饑,餓;或出自(λείπω)=缺少*,留下)
出現次數:總共(12);太(1);可(1);路(4);徒(2);羅(1);林後(1);啓(2)
譯字彙編
1) 饑荒(9) 太24:7; 可13:8; 路4:25; 路15:14; 路21:11; 徒7:11; 徒11:28; 啓6:8; 啓18:8;
2) 饑(1) 林後11:27;
3) 餓(1) 路15:17;
4) 饑餓(1) 羅8:35