Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δείς

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: δείς Medium diacritics: δείς Low diacritics: δεις Capitals: ΔΕΙΣ
Transliteration A: deís Transliteration B: deis Transliteration C: deis Beta Code: dei/s

English (LSJ)

δενός,

   A no one or thing, Alc.76.    II something, μὴ μᾶλλον τὸ δὲν ἢ τὸ μηδὲν εἶναι (expld. as = σῶμα, opp. κενόν), Democr.156. (Abstracted from οὐδείς.)

Greek (Liddell-Scott)

δείς: δέν, ἴδε οὐδεὶς ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

neutre δέν, gén. δενός (éol. δένος);
quelqu’un, quelque chose, c. τις.
Étymologie: cf. οὐδείς, μηδείς.

Spanish (DGE)

v. δέν.

Greek Monolingual

δείς (δεινός), δεν (AM)
κάποιος, ο δείνα
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. το δεν
το σώμα («μὴ μᾱλλον τὸ δὲν εἶναι ἤ τὸ μηδὲν» Δημόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά στη γενική δενός σ' ένα δυσνόητο χωρίο του Αλκαίου «καἰ κ' οὔδεν ἐκ δενὸς γένοιτο» όπου ερμηνεύεται ως «τίποτε» ή «κάτι». Ενώ το ουδ. δεν μαρτυρείται στον Δημόκριτο και ερμηνεύεται ως «σώμα», αντιτιθέμενο στο κενόν. Έχει υποτεθεί ότι ο τ. δεις ή δεν αποσπάστηκε από τα ουδείς ή ουδέν, αντίστοιχα].

Russian (Dvoretsky)

δείς: n δέν некто, нечто (τὸ δὲν ἢ τὸ μηδέν Democr. ap. Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

  • δείς zie n. δέν.