Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεδίσκομαι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δεδίσκομαι Medium diacritics: δεδίσκομαι Low diacritics: δεδίσκομαι Capitals: ΔΕΔΙΣΚΟΜΑΙ
Transliteration A: dedískomai Transliteration B: dediskomai Transliteration C: dediskomai Beta Code: dedi/skomai

English (LSJ)

   A v. δειδίσκομαι.    II v. δειδίσσομαι.

German (Pape)

[Seite 534] 1) = δειδίσκομαι, Od. 15, 150. – 2) = δεδίσσομαι, H. h. Merc. 163; Ar. Lys. 564.

Greek (Liddell-Scott)

δεδίσκομαι: δειδίσκομαι, χαιρετίζω,Ὀδ. Ο.150 ΙΙ. δειδίσσομαι, ἐκφοβίζω, δεδίσκεαι (ἐξ εἰκασίας ἀντί τιτύσκεαι),Ὑμν.Ὁμ. εἰς Ἐρμ. 163· ἐδεδίσκετο Ἀριστοφ. Λυσ. 564.

English (Autenrieth)

and δειδίσκομαι (δείκνῦμι): bid welcome or farewell (by gesture), pledge; δέπαϊ, δεξιτερῇ χειρί<<><>> (Od.)

Greek Monolingual

δεδίσκομαι (Α)
1. δειδίσκομαι, χαιρετίζω
2. δειδίσσομαι, εκφοβίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Για το ρ. δεδίσκομαι με τη σημ. 1. βλ. δειδίσκομαι
επίσης (με τη σημ. 2) αποτελεί νεώτερο σχηματισμό του παρακμ. δέδοικα του δείδω κατά τα ρήματα σε -σκω. Έχει υποστηριχθεί ακόμη ότι ο πρτ. εδεδίσκετο, που απαντά στον Αριστοφάνη, είναι λανθασμένη γραφή του εδεδίττετο (βλ. δειδίσσομαι.

Greek Monotonic

δεδίσκομαι: = δειδίσκομαι, χαιρετώ, χαιρετίζω, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

δεδίσκομαι:
I Hom. = δειδίσκομαι.
II HH, Arph. = δεδίσσομαι.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεδίσκομαι begroeten:. δεδισκόμενος δὲ προσηύδα hij begroette hem en sprak Od. 15.150.
δεδίσκομαι bang maken:. ἐδεδίσκετο τὴν ἰσχαδόπωλιν hij maakte de vijgenverkoopster bang Aristoph. Lys. 564.

Middle Liddell

= δειδίσκομαι
to greet, Od.