Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάφορο

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το (AM διάφορον)
τόκος χρημάτων («έβαλα τα χρήματα μου στο διάφορο»)
νεοελλ.
1. κέρδος, ωφέλεια, συμφέρον («δε θέλει δίχως διάφορο οι κοπανιές να πηαίνουν», Ερωτόκρ.)
2. στον πληθ. τα διάφορα
ειδική στήλη σε εφημερίδα όπου κατατάσσονται ποικίλα σύντομα δημοσιεύματα
3. φρ. α) «το διάφορο ξυπνάει τον ναύτη» — η ελπίδα δηλαδή για κέρδος του δίνει δύναμη
β) «πήρε τον κόπο διάφορο» — δεν πήρε καμιά αμοιβή για τη δουλειά του
γ) «το πολύ το διάφορο τρώει και το κεφάλι» — όταν ο τόκος είναι υπερβολικός ο τοκιστής κινδυνεύει να χάσει και το κεφάλαιο
αρχ.
1. διαφορά, ανομοιότητα («σμικρόν τι τὸ διάφορο εὕροι τις ἄν», Ηρόδ.)
2. ό,τι αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος («τῶν ἡμῑν ἐς τὰ μέγιστα διαφόρων», Θουκ.)
3. διαφωνία, διένεξη, διαφοράἕνεκα τῶν αὐτοῑς ἰδίᾳ διαφόρων», Θουκ.)
4. μεταφορικά έξοδα
5. (αναφορικά με χρήματα)
6. διαφορά, υπόλοιπο
7. δαπάνη, κατανάλωση
8. χρηματικές απώλειες
9. χρηματικό ποσό
10. χρήμα ρευστό
11. τιμή αγοράς, αξία.