Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαπάλη

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: διαπάλη Medium diacritics: διαπάλη Low diacritics: διαπάλη Capitals: ΔΙΑΠΑΛΗ
Transliteration A: diapálē Transliteration B: diapalē Transliteration C: diapali Beta Code: diapa/lh

English (LSJ)

[πᾰ], ἡ,

   A hard struggle, διαπάλαι πολέμου Plu.Cor.2, cf. 2.50f.

German (Pape)

[Seite 593] ἡ, gegenseitiger Kampf, Plut. Coriol. 2.

Greek (Liddell-Scott)

διαπάλη: [ᾰ], ἡ, δεινὸς ἀγών, Πλούτ. Κορ. 2., 2. 50F.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
lutte énergique.
Étymologie: διά, πάλη.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ pelea διαπάλαι πολεμίου Plu.Cor.2, cf. 2.50f.

Greek Monolingual

η
σκληρός και τραχύς αγώνας, έντονος ανταγωνισμός.

Greek Monotonic

διαπάλη: [ᾰ], ἡ, σκληρός αγώνας, μάχη, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

διαπάλη: (πᾰ) ἡ противоборство, борьба Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δια-πάλη -ης, ἡ het worstelen: plur.: ἐν διαπάλαις bij het worstelen Plut. Cor. 2.1.

Middle Liddell

δια-˘πάλη, ἡ, n
a hard struggle, Plut.