εισβολή

From LSJ

Ζῆν οὐκ ἄξιος, ὅτῳ μηδὲ εἷς ἐστι χρηστὸς φίλοςLife is not worth living if you do not have at least one friend.

Democritus, DK 68b22

Greek Monolingual

η (AM εἰσβολή, Α και ἐσβολή)
επίθεση εχθρική, έφοδος («διὰ τὴν ἐς Σάρδεις ἐσβολήν»)
νεοελλ.
αιφνίδια, απροσδόκητη είσοδος ή εμφάνιση
μσν.
τοποθέτηση
αρχ.
1. (για νερό) εισροή
2. (για αρρώστια) προσβολή
3. συρροή λαθεμένων γνωμών
4. είσοδος, δίοδος
5. (για ποταμό στον πληθ.) εκβολές
6. αρχή, έναρξη
7. πρόλογος, προοίμιο.