Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐλπίς

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ἐλπίς Medium diacritics: ἐλπίς Low diacritics: ελπίς Capitals: ΕΛΠΙΣ
Transliteration A: elpís Transliteration B: elpis Transliteration C: elpis Beta Code: e)lpi/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ, (v. ἔλπω)

   A hope, expectation (δόξα μελλόντων Pl.Lg. 644c), ἔτι γὰρ καὶ ἐλπίδος αἶσα Od.16.101, 19.84; personified, Hes. Op.96: pl., Pi.P.2.49, etc.; πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων after the wreck of many hopes, A.Ag.505; ἔτι ἐν αὐτοῖς εἰσὶν ἐλπίδες, νέοι γάρ Pl.Prt. 328d; κεναῖσιν ἐλπίσιν θερμαίνεται S.Aj.478; expectancy, Id.OT771 (pl.), OC1749 (lyr., pl.), Pi.N.1.32 (pl.), etc.:—Constr., in Att., with gen. both of subject and object, as (where both are conjoined) Πελοποννησίων τὴν ἐλπίδα τοῦ ναυτικοῦ the hope of the P.in their navy, Th. 2.89; also αἱ τῶν Ἑλλήνων ἐς ὑμᾶς ἐλπίδες Id.3.14; ὑμέτεραι ἐλπίδες,= ἐς ὑμᾶς, Id.1.69; ἐλπίδ' ἔχω, = ἐλπίζω, with fut. inf., μὴ οὐ δώσειν δίκην Hdt.6.11, etc.: with aor.inf., κλέος εὑρέσθαι Pi.P.3.111: with ὡς and fut. inf., S.OC385; ὥστε μὴ θανεῖν E.Or.52; περὶ τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς οὐ πολλὰς ἐλπίδας ἔχω D.H.5.27; ἐν ἐλπίδι εἰμί, c. fut. inf., Th.7.46; ἐν ἐλπίσι καλαῖς γενόμενος Plu.Brut.40; ἐλπίς [ἐστί] μοι with acc. and fut. inf. or aor., ἐλπίς τις αὐτὸν ἥξειν A.Ag.679; τοσοῦτόν γ' ἐστί μοι τῆς ἐλπίδος, τὸν ἄνδρα . . προσμεῖναι S.OT836; πλείων ἐλπὶς φιλίαν ἢ ἔχθραν γενέσθαι Pl.Phdr.232e: c. pres. inf., Id.Sph.250e: folld. by ὡς... E.Tr.487; ἐς ἐλπίδα ἐλθεῖν τινος Th.2.56; ἐπ' ἐλπίδας ἀφανεῖς καθίστασθαι Id.5.103; ἐλπίδα λαβεῖν X.Cyr.4.6.7; ἐλπίδας μεγάλας ἔν τινι ἔχειν ib.1.4.25, cf. Isoc.4.121; τίν' ὑπάγεις μ' ἐς ἐλπίδ'; E.Hel. 826; ἐλπίδας ἐμποιεῖν ἀνθρώποις, ὑποθεῖναί τισι, X.Cyr.1.6.19, HG4.8.28; ἐλπίδας μεγίστας παρέχεται ποιῆσαι Pl.Smp.193d; ἐλπίδα or ἐλπίδας ὑπογράφειν, Epicur.Ep.3p.65U., Plb.5.36.1; ἀποκεκομμένης τῆς ἐλπίδος Id.3.63.8, cf. A.R.4.1272; ἐκτὸς ἐλπίδος beyond hope, S.Ant.330; ἀπ' ἐλπίδος πεσεῖν A.Ag.999; παρ' ἐλπίδα ib.899, S.Ph. 882: prov., πεινῶμεν ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν Antiph.123.7; κάπτοντες αὔρας ἐλπίδας σιτούμενοι Eub.10.7; αἱ δ' ἐλπίδες βόσκουσι τοὺς κενούς Men. Mon.42.    2 object of hope, a hope, Ὀρέστης, ἐ. δόμων A.Ch.776; ὑμεῖς, ἡ μόνη ἐ. Th.3.57; Εὔτυχος, ἡ γονέων ἐ. IG3.1311.    3 reason to expect or believe, πολλὴ ἐ. κτήσασθαι, νοητὸν εἶναι, Pl.Phd. 67b, Lg.898d.    II anxious thought on the future, boding, A. Ag.1434, Hp.Coac.267, E.Or.859, Pl.Lg.644c.

German (Pape)

[Seite 802] ίδος, ἡ, Erwartung künftiger Dinge; δόξας μελλόντων, οἷν κοινὸν ὄνομα ἐλπίς Plat. Legg. I, 644 c. Gew. – 1) Hoffnung; ἔτι ἐλπίδος αἶσα, noch ist Hoffnung, Od . 16, 101. 19, 84; Hes., Pind. u. Folgde; κεναῖσιν ἐλπίσιν πεπεισμένος Aesch. Pers. 790; σαίνομαι ὑπ' ἐλπίδος Ch. 192; ἐλπίδας ἔν τινι κατοικίσαι, in ihm gründen, erwecken, Prom. 250; πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων, sind gebrochen, Ag. 491; ἔχ' ἐλπίδα, habe Hoffnung, hoffe, Soph. O. R. 835; ἐλπίδες πάρεισι El. 800; κεναῖσιν ἐλπίσιν θερμαίνεται, ἐξήρετο, Ai. 473 El. 1452; κοὐκ ἔστιν ἔτ' ἐλπῖς ο ὐδεμία σωτηρίας, auf Rettung, Ar. ph. 946, wie Thuc. 1, 65 u. A. Die Vrbdgn ἐλπίδα παρέχειν, προθεῖ. ναι, ἐμποιεῖν u. ä., Hoffnung machen, λαμβάνειν, fassen, ἐπ' ἐλπίδος ὀχεῖσθαι u. ψεύδειν, ἀποκόπτειν, ἁμαρτεῖν, καταβάλλειν, s. unter diesen Verbis. Gew. ἐλπίς ἐστιν, ἐν ἐλπίδι εἶναι, γίγνεσθαι, ἐλπίδα ἔχειν, mit folgdm acc. c. inf., gew. fut.; Aesch. Ag. 665 u. sonst; aor., Pind. P. 3, 111; Aesch. Spt. 349; Soph. O. R. 836 Ant. 235; Plat. Phaed. 67 b; Xen. Hell. 6, 3, 20 Mem. 2, 6, 38; εἰς ἐλπίδα ἦλθον τοῦ ἑλεῖν Thuc. 2, 56; praes., Aesch. Ag. 1409; Soph. Tr. 137; νῦν ἐλπὶς ἤδη καὶ θάτερον οὕτως ἀναφαίνεσθαι Plat. Soph. 250 c, vgl. Apol. 40 c; ὡς ὀφθήσομαι Eur. Tr. 487; ὥστε μὴ θανεῖν Or. 52; – ἐλπίδας ἔν τινι ἔχειν, auf Einen gesetzt haben, Xen. Cyr. 1, 4, 25 u. A., wie Isocr. 4, 121, ἐλπ. τῆς σωτηρίας ἐν αὐτῷ ἔχομεν; ἔς τινα, Soph. O. C. 1746; ἐπί τινι, Eur. Or. 1059; ἐπί τι, D. Sic. 14, 101; τινός, auf ihm beruhende, z. B. τοῦ ναυτικοῦ Thuc. 2, 89; vgl. Soph. El. 833; αἱ ὑμέτεραι ἐλπίδες, die auf euch gesetzten, Thuc. 1, 69; αἱ τῶν Ἑλλήνων εἰς ὑμᾶς ἐλπίδες 3, 14; ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος Pol. 14, 1, 5; περί τινος, D. Hal. 5, 27. – 2) allgemein = Erwartung, Meinung; παρ' ἐλπίδα, wider Erwarten, Aesch. Ag. 873; Soph. Phil. 870; σοφόν τι ὑπὲρ ἐλπ ίδ' ἔχων Ant. 363; ἀπ' ἐλπίδος, Aesch. Ag. 971 Soph. El. 1116, anders als man erwartete; θεὸς ἅπαν ἐπὶ ἐλπίδεσσι τέκμαρ ἀνύεται, nach Erwarten, Pind. P. 2, 49; οὐκ ἐπ' ἐλπίδι φάνθη Eur. Herc. Fur. 804; ἐπὶ τίνι ἐλπίδι ζῇς Plat. Alc. I, 105 a; ἐκτὸς ἐλπίδος γνώμης τ' ἐμῆς σωθείς Soph. Ant. 330; ἀλλὰ ἐλπὶς πολλή, τὸ γένος ἡμῖν τοῦτο νοητὸν εἶναι Plat. Legg. X, 898 c, wir dürfen erwarten, vermuthen, daß –. – 3) von bösen Dingen, Besorgniß, Furcht; προσῆλθεν ἐλπίς, ἣν φοβουμένη Eur. Or. 859; τῶν μελλόντων κακῶν Luc. Tyrann. 3; bes. Sp. – 4) übertr., das, worauf man seine Hoffnung setzt, wie bei uns; Ὀρέστης οἴχεται ἐλπὶς δόμων Aesch. Ch. 765; ὑμεῖς, ὦ Λακεδαιμόνιοι, ἡ μόνη ἐλπίς Thuc. 3, 57; in Grabschriften, ἡ γονέων ἐλπίς, z. B. Inscr. 948. ἔλπισις, ἡ, das Hoffen, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐλπίς: -ίδος, ἡ, (ἴδε ἐν λεξ. ἔλπω) προσδοκία, ἐλπὶς (δόξα μελλόντων Πλάτ. Νόμ. 644C), Ὀδυσ. Π. 101, Τ. 84, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 96˙ ὡσαύτως κατὰ πληθ. πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων, μετὰ τὸ ναυάγιον πολλῶν ἐλπίδων, Αἰσχύλ. Ἀγ. 505˙ κεναῑσιν ἐλπίσιν θερμαίνεται Σοφ. Αἴ. 478˙ ὡσαύτωςκατάστασις τοῦ περιμένειν, τοῦ προσδοκᾶν, ὁ αὐτ. Ο. Τ. 771˙ πρβλ. Ο. Κ. 1749, κτλ.: - Συντάσσεται παρὰ τοῖς Ἀττ. μετὰ γεν. ὑποκειμένου τε καὶ ἀντικειμένου (ὅταν συμπίπτωσι καὶ τὰ δύο), Πελοποννησίων τὴν ἐλπίδα τοῡ ναυτικοῡ, τὴν ἐλπίδα τῶν Πελοποννησίων εἰς τὸ ναυτικόν αὐτῶν, Θουκ. 2. 89˙ ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον ἐνίοτε προστίθεται μετὰ προθ., αἱ εἴς τινα ἐλπίδες ὁ αὐτὸς 3. 14˙ ἐλπίδες ὑμέτεραι = εἰς ὑμᾶς, ὁ αὐτ. 1. 69: - ἐλπίδ’ ἔχω = ἐλπίζω, μετ’ ἀπαρ. μέλλοντος, μὴ οὐ δώσειν δίκην Ἡροδ. 6. 11, κτλ.: μετ’ ἀπαρ. ἀορ., κλέος εὑρέσθαι Πινδ. Π. 3. 196˙ μετὰ τοῦ ὡς καὶ ἀπαρ. μέλλ., Σοφ. Ο. Κ. 383˙ μετὰ τοῦ ὥστε καὶ ἀπαρ. ἀορ., Εὐρ. Ὀρ. 52˙ περί τινος Διον. Ἁλ. 5. 27˙ ἐν ἐλπίδι εἰμὶ Θουκ. 7. 46, κτλ.˙ ἐν ἐλπίσι καλαῑς γίγνεσθαι Πλουτ. Βροῦτ. 40˙ ἐλπίς ἐστί μοι, μετ’ αἰτιατ. καὶ ἀπαρ. μέλλ. ἢ ἀορ., ἀκριβῶς ὡς τὸ ἐλπίζω, ἐλπίς τις αὐτὸν πρὸς δόμους ἥξειν πάλιν Αἰσχύλ. Ἀγ. 697· τοσοῦτόν γ’ ἐστί μοι τῆς ἐλπίδος, τὸν ἄνδρα προσμεῖναι Σοφ. Ο. Τ. 836· πλείων ἐλπὶς φιλίαν... γενήσεσθαι Πλάτ. Φαῖδρ. 232D· ἐλπὶς... κτήσασθαι ὁ αὐτ. Φαῖδρ. 67Β· μετ’ ἀπαρ. ἐνεστ., Αἰσχύλ. Ἀγ. 1434, Πλάτ. Σοφ. 250Ε· ἑπομένου τοῦ ὡς..., Εὐρ. Τρω. 487: ― εἰς ἐλπίδα ἐλθεῖν τινος Θουκ. 2. 56· ἐπ’ ἐλπίδας ἀφανεῖς καθίστασθαι ὁ αὐτ. 5. 103· ἐλπίδα λαμβάνων Ξεν. Κύρ. 4. 6, 7· εἰς ἐλπίδας ὑπάγειν τινὰ Εὐρ. Ἑλ. 826· ἐλπίδα ἐμποιεῖν, παρέχειν, ὑποτιθέναι, κτλ., ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς φράσεις ἐλπίδα καταλύειν, ἀποκόπτειν, κτλ., συχνάκις παρ’ Ἀττ.· ἐκτὸς ἐλπίδος Σοφ. Ἀντ. 330· παρ’ ἐλπίδα, παρ’ ἐλπίδας, συχν. παρ’ Ἀττ.· ἴδε ὀχέω ΙΙ. 3: ― παροιμ., πεινῶμεν ἐπὶ τὰς ἐλπίδας Ἀντιφάν. ἐν «Κναφεῖ» 6· κάπτοντες αὔρας, ἐλπίδας σιτούμενοι Εὔβουλ. ἐν «Ἀντιόπῃ» 2· αἱ δ’ ἐλπίδες βόσκουσι τοὺς κενοὺς βροτῶν Μενάνδ. Μονόστ. 42. 2· τὸ στήριγμα, Ὀρέστης ἐλπὶς δόμων Αἰσχύλ. Χο. 776· ὑμεῖς ἡ μόνη ἐλπὶς Θουκ. 3. 57· Εὔτυχος, ἡ γονέων ἐλπὶς Ἐπιγράμμ. Ἑλλην. 116· οὕτω καὶ τὸ Λατ. spes, Casaub. Pers 2. 35. 11· προσδοκία τοῦ μέλλοντος, κοιναὶ γὰρ ἔρχοντ’ ἐλπίδες πολυπόνων ἀνδρῶν Πινδ. Ν. 1. 32 (48), Αἰσχύλ. Ἀγ. 1434, Πλάτ. Νόμ. 644C.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
I. attente d’une chose ; pensée, conjecture, prévision;
II. p. suite
1 en b. part espoir, espérance : παρ’ ἐλπίδα, ἀπ’ ἐλπίδος, ἐκτὸς ἐλπίδος, contre toute espérance ; p. suite, en parl. de pers. objet d’espérance;
2 en mauv. part crainte.
Étymologie: R. Ϝελπ ; cf. ἔλπω.

English (Autenrieth)

ίδος (ϝελπίς): hope; ἔτι γὰρ καὶ ἐλπίδος αἶσα, ‘share’ of hope, the ‘boon’ of hope, ‘roomfor hope, Od. 19.84.

English (Slater)

ἐλπίς (
   1 ϝελ- (O. 13.83), (P. 2.49), (I. 2.43) ἐλπίς, -ίδος, -ίδι, -ίδ(α); -ίδες, -ίδων, -ίδεσσι, -ίσιν, -ίδας.) hope, expectation (whether justified or not, v. Fränkel, W & F, 26̆{1}.) αἵ γε μὲν ἀνδρῶν πόλλ' ἄνω τὰ δαὖ κάτω κυλίνδοντ ἐλπίδες (O. 12.6) τελεῖ δὲ θεῶν δύναμις καὶ τὰν παρ' ὅρκον καὶ παρὰ ἐλπίδα κούφαν κτίσιν (O. 13.83) ἀπὸ γὰρ κόρος ἀμβλύνει αἰανὴς ταχείας ἐλπίδας (P. 1.83) θεὸς ἅπαν ἐπὶ ἐλπίδεσσι τέκμαρ ἀνύεται (P. 2.49) μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν (P. 3.23) ἐλπίδ' ἔχω κλέος εὑρέσθαι κεν (P. 3.111) ἁδείας ἐνίπτων ἐλπίδας (P. 4.201) ὁ δὲ καλόν τι νέον λαχὼν ἁβρότατος ἔπι μεγάλας ἐξ ἐλπίδος πέταται ὑποπτέροις ἀνορέαις (P. 8.90) κοιναὶ γὰρ ἔρχοντ' ἐλπίδες πολυπόνων ἀνδρῶν (N. 1.32) κενεᾶν δ' ἐλπίδων χαῦνον τέλος (N. 8.45) ἐλπίδες δ' ὀκνηρότεραι γονέων παιδὸς βίαν ἔσχον ἐν Πυθῶνι πειρᾶσθαι καὶ Ὀλυμπίᾳ ἀέθλων (N. 11.22) δέδεται γὰρ ἀναιδεῖ ἐλπίδι γυῖα (N. 11.46) φθονεραὶ θνατῶν φρένας ἀμφικρέμανται ἐλπίδες (I. 2.43) οὔτοι τετύφλωται μακρὸς μόχθος ἀνδρῶν οὐδ' ὁπόσαι δαπάναιἐλπίδων ἔκνιξ ὄπιν† (vix sanum: ἔκνισὄπι Aristarchus: ἐλπίδ' ἔκνιξαν ὄπιν Wil.) (I. 5.58) προμάχων ἀν' ὅμιλον, ἔνθ ἄριστοι ἔσχον πολέμοιο νεῖκος ἐσχάταις ἐλπίσιν (ἐπ' ἐλπίς, ἐπἐλπίδιν codd.: corr. Calliergus: ἀντὶ τοῦ ἔσχατα ἐπελπίζοντες. Σ.) (I. 7.36) χρὴ δ' ἀγαθὰν ἐλπίδ ἀνδρὶ μέλειν (I. 8.15) ἐλπίσιν ἀθανάταις ἁρμοῖ φέρονται fr. 10. ]ελπι[ Πα. 12. b. 5. pro pers. γλυκεῖά οἱ καρδίαν ἀτάλλοισα γηροτρόφος συναορεῖ Ἐλπίς, ἃ μάλιστα θνατῶν πολύστροφον γνώμαν κυβερνᾷ fr. 214.

Spanish (DGE)

-ίδος, ἡ

• Grafía: graf. hελπ- IG 13.1179.9 (Atenas V a.C.)

• Morfología: [sg. ac. ἐλπίδαν GVI 1159.7 (Notio I d.C.), plu. dat. ἐλπίδεσσι Pi.P.2.49]
I 1esperanza
a) sin rég. ἔτι γὰρ καὶ ἐλπίδος αἶσα Od.16.101, 19.84, παρ' ἐλπίδα contra toda esperanza A.A.899, S.Ant.330, πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων A.A.505, τίν' ὑπάγεις μ' ἐς ἐλπίδα; ¿qué esperanza me dejas? E.Hel.826, ἐς τοσοῦτον ἐλπίδων ἐμοῦ βεβῶτος S.OT 771, cf. OC 1749, ἀποκεκομμένης καθόλου τῆς τοιαύτης ἐλπίδος abandonada totalmente una esperanza así Plb.3.63.8
en or. nom., c. inf. ἐ. τις αὐτὸν ... ἥξειν πάλιν hay cierta esperanza de que él vuelva A.A.679, ἐ. ... οὕτως ἀναφαίνεσθαι Pl.Sph.250e, τοσοῦτόν γ' ἐστί μοι τῆς ἐλπίδος, τὸν ἄνδρα ... προσμεῖναι μόνον la única esperanza que tengo es aguardar al hombre S.OT 836, cf. Pl.Phdr.232e
frec. en frases gnómicas ἐ. καὶ κίνδυνος ἐν ἀνθρώποισιν ὁμοῖα Thgn.637, ἐ. κακοῦ κέρδεος ἀρχὴ ζημίης Democr.B 221, ἄνθρωπος ἀτυχῶν σῴζεθ' ὑπὸ τῆς ἐλπίδος Men.Mon.30, ἐ. ... κινδύνῳ παραμύθιον οὖσα Th.5.103, δόξαι μελλόντων ... ὄνομα ἐ. Pl.Lg.644c, ἐ. προσδοκία ἀγαθῶν Clem.Al.Strom.2.9.41, rel. la divinidad ἐ. ἐν ἀνθρώποισι μόνη θεὸς ἐσθλὴ ἔνεστιν Thgn.1135, θεὸς ἅπαν ἐπὶ ἐλπίδεσσι τέκμαρ ἀνύεται Pi.Pi.2.49
c. gen. subjet. κοιναὶ γὰρ ἔρχοντ' ἐλπίδες ... ἀνδρῶν compartidas marchan las esperanzas de los hombres Pi.N.1.32;
b) c. dif. determ., c. compl. adnom. αἱ τῶν Ἑλλήνων ἐς ὑμᾶς ἐλπίδες Th.3.14, ἔτι ἐν αὐτοῖς εἰσὶν ἐλπίδες Pl.Prt.328d, c. adj. pos. αἱ ὑμέτεραι ἐλπίδες las esperanzas puestas en vosotros Th.1.69, c. gen. obj. hελπίδ' ἔθεντο βίο infundieron esperanza de vida, IG l.c., ἐ. ... ναυτιλίης νόστου τε A.R.4.1272, ἐς ἐλπίδα μὲν ἦλθον τοῦ ἑλεῖν (τὴν πόλιν) concibieron la esperanza de tomar la ciudad Th.2.56, cf. GVI l.c., c. gen. obj. y subjet. Πελοποννησίων τὴν ἐλπίδα τοῦ ναυτικοῦ Th.2.89, c. inf. u or. complet. ἐν ἐλπίδι ὢν καὶ τὰ τείχη ... αἱρήσειν Th.7.46, cf. Plu.Brut.40, κοὒτ ἐξ ἐκείνων ἐ. ὡς ὀφθήσομαι y ni hay esperanza de ser vista por ellas E.Tr.487;
c) c. dat. de pers. ἐλπίδας ἐμποιεῖν ἀνθρώποις infundir esperanzas a los hombres X.Cyr.1.6.19, ἐλπίδας ὑποθεὶς τοῖς ... Μυτιληναίοις X.HG 4.8.28, πᾶσιν ὑπογράφειν ἐλπίδας suscitar esperanzas en todos Plb.5.36.1, cf. Epicur.Ep.[4] 134;
d) en locuciones c. ciertos verb., c. ἔχω: οὐδεμίαν ὑμέων ἔχω ἐλπίδα no tengo esperanza alguna en vosotros Hdt.6.11, ἐν ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ἔχομεν τῆς σωτηρίας Isoc.4.121, cf. X.Cyr.1.4.25, ἐλπίδ' ἔχω κλέος εὑρέσθαι Pi.P.3.111, περὶ δὲ τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς ... οὐ πολλὰς ἐλπίδας ἔχω D.H.5.27, cf. S.OC 385, E.Or.52, Plb.14.1.5
c. λαμβάνω: εἰ ... ἐλπίδα τινὰ λάβοιμι τῷ ... παιδὶ τιμωρίας ἄν τινος ... τυχεῖν si yo concibiera alguna esperanza de conseguir venganza por la muerte de mi hijo X.Cyr.4.6.7, μικρὰς ἐλπίδας ὑπὲρ τῆς νίκης ἔλαβον D.H.5.46.
2 considerada frágil e inconsistente esperanza vana, ilusión κενεὴν ἐλπίδα μίμνων Hes.Op.498, cf. Pi.N.8.45, A.Pers.804, S.Ai.478, El.1460, κούφαισ' ἐλπίσι τερπόμεθα Sol.1.36, ψυχρὰ ... ἐ. débil esperanza E.IA 1014, ἐλπίδας σιτεῖσθαι alimentarse de ilusiones A.A.1668, Eub.9.7, Men.Mon.51, πεινῶμεν ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν pasemos hambre con ilusiones Antiph.121.7, cf. Apostol.7.1e.
3 ante eventuales males expectativa, perspectiva, posibilidad, lo esperado en sent. neg. οὔ μοι φόβου μέλαθρον ἐ. ἐμπατεῖ no entrará para mí en el palacio la posibilidad de temer A.A.1434, cf. Th.7.61, ἥδομαι ... εἰσιδὼν παρ' ἐλπίδα ἀνώδυνων me alegro al verte sin dolores, contra lo esperado S.Ph.882, ἐ., ἣν φοβουμένη πάλαι τὸ μέλλον ἐξετηκόμην γόοις E.Or.859, φόβος μὲν ἡ πρὸ λύπης ἐ., θάρρος δὲ ἡ πρὸ τοῦ ἐναντίου Pl.Lg.644c, ἐ. δὲ τὸν τὰ τοιαῦτα πτύοντα ἀποθανεῖσθαι Hp.Prog.15, κακὴ ἐ. Pl.R.330e, ἐν νυκτὶ ἔσται ἐ. πονηρά LXX Is.28.19, cf. Luc.Zeux.8, ἡ τῶν μελλόντων κακῶν ἐ. Luc.Tyr.3, cf. 11.
II usos esp.
1 medic., esp. en pronósticos esperanza de vida o de curación πλεῖσται αὐτῷ ἐλπίδες Hp.Prorrh.2.22, ἐ. δὲ μούνη ... ἡ ἐς ἔλαιον ἐνίζησις Aret.CA 1.4.17.
2 lit. jud.-crist. esperanza, confianza en la llegada del Mesías Act.Ap.23.6, en la vida eterna ἐ. ... ζωῆς αἰωνίου Ep.Tit.1.2, cf. Ep.Barn.1.6, ἐ. ἀποκειμένη ὑμῖν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Ep.Col.1.5, en uso pregnante ἐ. τοῦ εὐαγγελίου la esperanza prometida en el evangelio, Ep.Col.1.23, cf. Act.Ap.26.6, ἡ εἰς Θεὸν ἐ. la confianza en Dios Chrys.M.55.140, Nil.M.79.468C, cf. Chrys.Thdr.2.2
abs. πίστις, ἐ., ἀγάπη como una de las tres virtudes teologales fe, esperanza y caridad 1Ep.Cor.13.13.
III personif. Esperanza
1 que queda en el πίθος de Pandora, Hes.Op.96, cf. Thgn.1135, 1144, 1146, Pi.Fr.214, S.OT 157, AP 9.146, 172 (Pall.).
2 n. de un eón fem. valentiniano, compañera de Πατρικός Hippol.Haer.6.30.5.

English (Strong)

from a primary elpo (to anticipate, usually with pleasure); expectation (abstractly or concretely) or confidence: faith, hope.

English (Thayer)

(sometimes written ἐλπίς; so WH in Tdf. in ἀφειδον), ἐλπίδος, ἡ (ἔλπω to make to hope), the Sept. for בֶּטַח and מִבְטַח, trust; מַחְסֶה that in which one confides or to which he flees for refuge; תִּקְוָה expectation, hope; in the classics a vox media, i. e. expectation whether of good or of ill;
1. rarely in a bad sense, expectation of evil, fear; as, ἡ τῶν κακῶν ἐλπίς, Lucian, Tyrannic c. 3; τοῦ φοβοῦ ἐλπίς, Thucydides 7,61; κακῇ ἐλπίς, Plato, rep. 1, p. 330e. (cf. legg. 1, p. 644c. at the end); πονηρά ἐλπίς Sept.
2. much more frequent in the classics, and always in the N. T., in a good sense: expectation of good, hope; and in the Christian sense, joyful and confident expectation of eternal salvation: ἀγαθή ἐλπίς (often in secular authors, as Plato, Phaedo 67c.; plural ἐλπίδες ἀγαθαί, legg. 1, p. 649b.; Xenophon, Ages. 1,27), ἐλπίς βλεπομένη, hope whose object is seen, ὁ Θεός τῆς ἐλπίδος, God, the author of hope, ἡ πληροθορια τῆς ἐλπίδος, fullness, i. e. certainty and strength of hope, ἡ ὁμολογία τῆς ἐλπίδος, the confession of those things which we hope for, τό καύχημα τῆς ἐλπίδος hope wherein we glory, ἐπεισαγωγή κρείττονος ἐλπίδος, the bringing in of a better hope, ἐλπίς with the genitive of the subjunctive, ἡ ἐλπίς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, τῆς κλήσεως, τοῦ εὐαγγελίου, Buttmann, 155 (136)). ἐπ' (or ἐφ' — so L T; L; T WH; cf. Scrivener, Introduction, etc., p. 565; (but see above, at the beginning)) ἐλπίδι, relying on hope, having hope, in hope (Euripides, Herc. fur. 804; Diodorus Siculus 13,21; ἐπ' ἐλπίδι ἀγαθή, Xenophon, mem. 2,1, 187 (Winer s Grammar, 394 (368), cf. 425 (396); Buttmann, 337 (290)): ζωῆς αἰωνίου, τοῦ μετέχειν, G L T Tr WH); in hope, followed by ὅτι, Tdf. reads διότι); on account of the hope, for the hope (Buttmann, 165 (144)), with the genitive of the thing on which the hope rests, παῥ ἐλπίδα, beyond, against, hope (Winer's Grammar, 404 (377)): ἔχειν ἐλπίδα (often in Greek writings): ἐλπίδα ἔχειν εἰς (Tdf. πρός) Θεόν, followed by an accusative with an infinitive εἰς Χριστόν ἔχειν, τάς ἐλπίδας, Acta Thomae § 28; (τήν ἐλπίδα εἰς τόν Ἰησοῦν ἐν τῷ πνεύματι ἔχοντες, the Epistle of Barnabas 11,11 [ET])); ἐπί with the dative of person ἐλπίδα μή ἔχοντες (of the heathen) having no hope (of salvation), ἤ ἐλπίς ἐστιν εἰς Θεόν, directed unto God, Aeschylus choëph. 776; Thucydides 3,57; (cf. Ignatius ad Ephesians 21,2 [ET]; ad Magn. 11 [ET] at the end; ad Philad. 11,2 [ET]; ad Trall. inscr. and 2,2 [ET], etc.)): τῆς δόξης, προσδέχεσθαι τήν μακαρίαν ἐλπίδα, ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπεκδέχεσθαι, the thing hoped for, which is righteousness (cf. Meyer edition Sieffert at the passage), προσδοκῶν τάς ὑπό Θεοῦ ἐλπίδας, διά ἐλπίδα τήν ἀποκειμένην ἐν τοῖς οὐρανοῖς, κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος, ἐλπίς in N. T. Gissae 1856.

Greek Monolingual

η
βλ. ελπίδα.

Greek Monotonic

ἐλπίς: -ίδος, ἡ (ἔλπω
I. 1. ελπίδα, προσδοκία, σε Ομήρ. Οδ.· στον πληθ., πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων, μετά το ναυάγιο πολλών ελπίδων, σε Αισχύλ.· με γεν. υποκ. και αντικ., Πελοποννησίων τὴν ἐλπίδα τοῦ ναυτικοῦ, η εναπόθεση ελπίδας των Πελοποννησίων στο ναυτικό τους, σε Θουκ.
2. αντικείμενο ελπίδας, στήριγμα, Ὀρέστης, ἐλπὶς δόμων, σε Αισχύλ.
II. υπόνοια, υποψία, φόβος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐλπίς: ίδος ἡ1) ожидание, предвидение (τοῦ μὲν παρόντος αἴσθησις, τοῦ δὲ μέλλοντος ἐ. Arst.): κρεῖττον ἐλπίδος ἔπραττον Plut. вышло лучше, чем можно было ожидать;
2) pl. неуверенность, колебание: ἐς τοσοῦτον ἐλπίδων βεβῶτος Soph. прийдя в состояние такой неуверенности; πέτομαι ἐλπίσιν Soph. я теряюсь в догадках; ἀπ᾽ ἐλπίδος Aesch., παρ᾽ ἐλπίδα Aesch., Soph. и ἐκτὸς ἐλπίδος Soph. против или сверх ожидания;
3) надежда, упование (τινος Thuc., ἐπί τινι Eur., ἐπί τι Diod., ἔν τινι Xen., Isocr. и ἔς τινα Soph., Thuc.): ἐ. τινός τινος Thuc. чья-л. надежда на что-л.; αἱ ὑμέτεραι ἐλπίδες Thuc. = ἐλπίδες εἰς ὑμᾶς; ἐν ἐλπίδι εἶναι Thuc. или γενέσθαι Plut., ἐλπίδα λαβεῖν Xen. и εἰς ἐλπίδα ἐλθεῖν Aesch., Soph., Thuc. возыметь надежду; τινὰ ἐς ἐλπίδας ὑπάγειν Eur. или καθίστασθαι Thuc. внушить кому-л. надежды; ἐλπίδα τινὰ ἔχειν ὥστε μὴ θανεῖν Eur. иметь некоторую надежду остаться в живых;
4) надежда, предмет надежды, якорь спасения (ὑμεῖςμόνη ἐ. Thuc.);
5) опасение, боязнь (τῶν μελλόντων κακῶν Luc.);
6) предмет опасения: προσῆλθεν ἐ., ἣν φοβουμένη πάλα! … Eur. пришло то, в страхе перед чем я давно уже ….

Middle Liddell

ἔλπω
I. hope, expectation, Od.;in pl., πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων after the wreck of many hopes, Aesch.;—with gen. both of subject and object, Πελοποννησίων τὴν ἐλπίδα τοῦ ναυτικοῦ the hope of the P. in their navy, Thuc.
2. the object of hope, a hope, Ὀρέστης, ἐλπὶς δόμων Aesch.
II. apprehension, fear, Aesch.

Chinese

原文音譯:˜lp⋯j 誒而披士
詞類次數:名詞(54)
原文字根:指望 相當於: (בָּטוּחַ‎ / בָּטַח‎) (יָחַל‎) (מִקְוֶה‎ / קְוֵא‎ / קְוֵה‎) (קָוָה‎) (תִּקְוָה‎)
字義溯源:期望,信賴,盼望,指望,望;源自(ἐλπίς)X*=預期)。耶穌基督從死裏復活,重生了我們,叫我們有活的盼望( 彼前1:3),這話說出信徒一重生就開始有盼望;並且這盼望一直持續下去:他曾救我們脫離那極大的死亡,現在仍要救我們,並且我們指望他將來還要救我們( 林後1:10)
出現次數:總共(53);徒(8);羅(13);林前(3);林後(3);加(1);弗(3);腓(1);西(3);帖前(4);帖後(1);提前(1);多(3);來(5);彼前(3);約壹(1)
譯字彙編
1) 盼望(29) 徒23:6; 徒24:15; 羅5:2; 羅5:4; 羅5:5; 羅8:24; 羅8:24; 羅8:24; 羅15:4; 羅15:13; 林後1:7; 林後3:12; 加5:5; 腓1:20; 西1:5; 西1:23; 西1:27; 帖前1:3; 帖前2:19; 帖後2:16; 提前1:1; 多1:2; 多2:13; 多3:7; 來3:6; 來6:11; 來10:23; 彼前1:3; 彼前1:21;
2) 指望(17) 徒2:26; 徒16:19; 徒26:6; 徒26:7; 徒27:20; 羅4:18; 羅4:18; 羅12:12; 林前9:10; 林前9:10; 弗1:18; 弗2:12; 弗4:4; 帖前4:13; 來6:18; 來7:19; 約壹3:3;
3) 盼望的(2) 帖前5:8; 彼前3:15;
4) 望(2) 羅8:21; 林前13:13;
5) 所盼望(1) 徒28:20;
6) 指望著(1) 林後10:15;
7) 有盼望(1) 羅15:13