Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμποιώ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

(-έω) (AM ἐμποιῶ)
1. προξενώ, παράγω, επιφέρω, ενσπείρω, εμφυσώ
2. (για ψυχικές καταστάσεις) εμβάλλω, κάνω να γεννηθεί, προκαλώ, δημιουργώ («ἐλπίδας ἐμποιεῑ ἀνθρώποις», Ξεν.)
αρχ.
1. κατασκευάζω μέσα σε κάτι («ἐν τοῑς καπηλείοισι λάκκους ἐμποιεῑν ὕδατος», Αριστοφ.)
2. διαμορφώνω, σχηματίζω
3. (για χρησμό κυρ.) παραποιώ παρεμβάλλοντας, διασκευάζω κάτι γνήσιο με προσθήκη
4. γεν. παρεμβάλλω
5. (με απρμφ.) βάζω σε κάποιον την ιδέα, την πεποίθηση («ἐμποιῆσαι τοῑς στρατιώταις ἀκολουθητέον εἶναι», Ξεν.)
6. μέσ. αντιποιούμαι, εγείρω αξιώσεις, απαιτώ («καὶ ἐκ τῶν ἱερέων οἱ ἐμποιούμενοι ἱερωσύνης», ΠΔ Έσδρ.).