Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρεμβάλλω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: παρεμβάλλω Medium diacritics: παρεμβάλλω Low diacritics: παρεμβάλλω Capitals: ΠΑΡΕΜΒΑΛΛΩ
Transliteration A: parembállō Transliteration B: paremballō Transliteration C: paremvallo Beta Code: paremba/llw

English (LSJ)

fut.

   A -βᾰλῶ Ar.V.481 :— put in beside or between, insert, interpose, τι l.c.; π. λόγους ἑτέρους D. 40.61 ; ὑποψίας π. insinuate suspicions, Aeschin.1.167 ; π. δημηγορίας ib.174 ; ὅτε νυστάζοιεν οἱ ἀκροαταί, π. τῆς πεντηκονταδράχμου interpose [a touch] of his 50 drachmae lecture, of Prodicus the Sophist, Arist. Rh.1415b16, cf. Top.157a1 ; interpolate, π. τι εἰς τὰ Ἡσιόδου Plu.2.730f, cf. Alex.Aphr. in Top.309.27 (Pass.).    b in Tactics, insert troops in a line of battle, Plb.1.33.7, al.; insert men in the ranks, Ascl. Tact.10.17, etc.    c place in a class or order, Pl.Lg. 741a.    d feed olives into a press, PFay.91.6, al.(i A. D.).    e add an ingredient in medicine, Sor.1.122, Aët.16.85.    f εἰς ἔκθεσμα πράγματα π. ἑαυτόν engage in... POxy.129.4 (vi A. D.).    2 draw up in battle-order, Plb.2.27.7, al., Plu.2.618d, etc.    II intr., fall into line, ἐς ναυμαχίαν Plb.5.69.7, cf. Plu.Sull.17, etc.    2 of an army, encamp, LXX Ex.15.27, al., Plb.1.77.6.    3 of guests at table, take their places, Plu.2.615d.    4 advance, Plb.11.23.5 ; εἰςId.5.14.9, 29.19.8.

German (Pape)

[Seite 514] (s. βάλλω), daneben, dazwischen einschieben, einstellen, z. B. in die Schlachtordnung, Pol. 2, 27, 7 u. öfter; τοὺς μὲν ἐπὶ τὸ δεξιὸν κέρας παρενέβαλε, 1, 33, 7, öfter; auch absolut, παρενέβαλον εἰς ναυμαχίαν, 5, 69, 7 (vgl. Plut. Sull. 17 E.); sich wohin einlagern, Ἀμίλκου παρεμβεβληκότος ἔν τινι πεδίῳ, 1, 77, 6, öfter; feindlich einfallen, εἰς Μακεδονίαν, 29, 7, 8; bei Tische, dazwischen sich einschieben, Plut. Symp. 1, 2 A. – Uebertr., λόγους, nebenbei, was nicht zur Sache gehört, fälschlich einwerfen, dabei vorbringen, Dem. 40, 61; ὑποψίας, Aesch. 1, 167; vgl. Arist. rhet. 3, 14 u. Ar. Vesp. 479; ὁ τὸν Κήυκος γάμον εἰς τὰ Ἡσιόδου παρεμβαλών, Plut. Symp. 8, 8 E.

Greek (Liddell-Scott)

παρεμβάλλω: -βᾰλῶ, ἐμβάλλω πλησίον ἢ μεταξύ, παρενείρω, τι Ἀριστοφ. Σφ. 481· π. λόγους ἑτέρους Δημ. 1026. 20· π. ὑποψίας, παρεισάγω, διεγείρω, Αἰσχίν. 24. 6, πρβλ. 41· ὅτε νυστάζοιεν οἱ ἀκροαταί, π. τῆς πεντηκονταδράχμου, παρενείρειν εἰς τὸν λόγον περὶ τῆς πεντηκονταδράχμου διδασκαλίας, ἐπὶ Προδίκου τοῦ σοφιστοῦ, Ἀριστ. Ρητορ. 3. 14, 9, πρβλ. Τοπ. 8. 2, 17· π. τι εἰς τὰ Ἡσιόδου Πλούτ. 2. 730F. 2) φέρω εἰς γραμμήν, παρατάττω ὡς εἰς μάχην, Πολύβ. 2. 27, 7, κτλ.· κυρίως ἐπὶ τῆς τοποθετήσεως ἢ διανομῆς τῶν μισθοφόρων μεταξὺ ἄλλων στρατιωτῶν, πρβλ. τὸν αὐτὸν ἐν 1. 33, 7· καθόλου, θέτω εἰς τάξιιν, εἰς σειράν, Πλάτ. Νόμ. 711Α, πρβλ. Πλούτ. 2. 615D, 618D. ΙΙ. ἀμεταβ., ἐμβάλλω πλαγίως, ἐς ναυμαχίαν Πολύβ. 5. 69, 7, κτλ. 2) ἐπὶ στρατιᾶς, στρατοπεδεύω, ὁ αὐτ. 1. 77, 6, κτλ. 3) κάμνω εἰσβολήν, εἰσβάλλω, εἰς ... ὁ αὐτ. 29. 7. 8.

French (Bailly abrégé)

I. tr. 1 insérer à côté ou dans l’intervalle, glisser dans ; intercaler τι εἴς τι une chose dans une autre ; particul. intercaler dans le discours, acc.;
2 mettre, ranger dans une classe ou un ordre, acc. ; particul. ranger en ordre de bataille;
II. intr. se mettre en ordre de bataille.
Étymologie: παρά, ἐμβάλλω.

Greek Monolingual

ΝΑ εμβάλλω
1. τοποθετώ κοντά ή εισάγω κάτι ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα, παρενθέτω («παρενέβαλε αποσπάσματα από άλλο κείμενο»)
2. μέσ. παρεμβάλλομαι
αναμιγνύω τον εαυτό μου σε κάτι, παρεμβαίνω
αρχ.
1. στρατ. παρεισάγω στρατεύματα σε γραμμή μάχης («τῶν δὲ μισθοφόρων τοὺς μὲν ἐπὶ τὸ δεξιὸν κέρας παρενέβαλε», Πολ.)
2. εισάγω ανθρώπους στις τάξεις του στρατεύματος
3. βάζω κάποιον σε τάξη, ταξινομώ («οὐ δεῑ πολίτας παρεμβάλλειν νόθη παιδείᾳ», Πλάτ.)
4. τροφοδοτώ πιεστήριο με ελιές
5. ιατρ. προσθέτω συστατικό σε κάποιο φάρμακο
6. φέρνω σε γραμμή, παρατάσσω όπως σε μάχη («σπουδῇ παρενέβαλλον τοὺς πεζούς», Πολ.)
7. εισβάλλω από το πλάι («παρενέβαλον εἰς ναυμαχίαν»)
8. κάνω εισβολή («παρεμβεβληκότων τῶν ἡμετέρων στρατοπέδων εἰς Μακεδονίαν», Πλούτ.)
9. στρατοπεδεύω («παρενέβαλον δὲ ἐκεῑ ἐπὶ τὰ ὕδατα», ΠΔ)
10. (για προσκεκλημένους σε δείπνο) λαμβάνω την ορισμένη για μένα θέση.

Greek Monotonic

παρεμβάλλω: μέλ. -βᾰλῶ,
I. 1. βάζω πλησίον ή μεταξύ, εισάγω, παρενθέτω, παρεμβάλλω, τι, σε Αριστοφ., Δημ.· παρεμβάλλω ὑποψίας, παρεμβάλλω υποψίες, σε Αισχίν.
2. τοποθετώ τους μισθοφόρους στη γραμμή μάχης μαζί με τους στρατιώτες, σε Πολύβ.
II. αμτβ., εμβάλλω πλαγίως, κάνω εισβολή, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρ-εμβάλλω met acc. invoegen, inlassen. intrans. zich opstellen. Plut. Sull. 17.13.

Russian (Dvoretsky)

παρεμβάλλω:
1) вставлять, вводить (λόγους ἑτέρους Dem.; τι εἰς τὰ Ἡσιόδου Plut.);
2) воен. располагать, размещать, расставлять (τινὰς ἐπὶ τὸ δεξιὸν κέρας Polyb.);
3) размещаться, располагаться (ἔν τινι πεδίῳ Polyb.);
4) вторгаться, врываться (εἰς Μακεδονίαν Polyb.).

Middle Liddell

fut. -βᾰλῶ
I. to put in beside, insert, interpolate, interpose, τι Ar., Dem.; π. ὑποψίας to insinuate suspicions, Aeschin.
2. to put the auxiliaries in line with the legionaries, Polyb.
II. intr. to fall into line, to encamp, Polyb.

Chinese

原文音譯:perib£llw 胚里-巴羅
詞類次數:動詞(24)
原文字根:周圍-投 相當於: (כָּסָה‎) (מוּסָב‎ / סָבִיב‎) (פָּרַשׂ‎)
字義溯源:披裹,四圍移動,放棄,覆蓋,給衣穿,穿,穿上,穿著,披,披上,披著,穿戴;由(περί / περαιτέρω)=周圍)與(βάλλω / ἀμφιβάλλω)*=投,擲)組成;而 (περί / περαιτέρω)出自(πέραν)=那邊), (πέραν)又出自(πειράω)X*=刺)。參讀 (ἀμφιέζω / ἀμφιέννυμι)同義字
出現次數:總共(23);太(5);可(2);路(2);約(1);徒(1);啓(12)
譯字彙編
1) 穿著(3) 可16:5; 啓7:9; 啓11:3;
2) 穿上(2) 路23:11; 約19:2;
3) 披著(2) 啓10:1; 啓12:1;
4) 穿(2) 啓4:4; 啓7:13;
5) 穿著⋯衣服(2) 啓17:4; 啓18:16;
6) 她可以穿(1) 啓19:8;
7) 你們給⋯穿(1) 太25:36;
8) 你們⋯穿(1) 太25:43;
9) 必要⋯穿(1) 啓3:5;
10) 他⋯穿著(1) 啓19:13;
11) 你穿上(1) 啓3:18;
12) 給衣穿(1) 太25:38;
13) 我們穿(1) 太6:31;
14) 披(1) 可14:51;
15) 所穿戴的(1) 路12:27;
16) 披上(1) 徒12:8;
17) 穿戴(1) 太6:29