Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξωτερικός

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν → I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἐξωτερικός, -ή, -όν) εξώτερος
αυτός που βρίσκεται στην εξωτερική επιφάνεια, που υπάρχει προς τα έξω («εξωτερική σκάλα»)
νεοελλ.
1. αυτός που δεν έχει βάθος, επιφανειακός, επιπόλαιος
2. αυτός που αναφέρεται στις σχέσεις με τους ξένους («εξωτερική πολιτική», «υπουργείο εξωτερικών»)
3. το ουδ. ως ουσ. το εξωτερικό
α) τα εξωτερικά χαρακτηριστικά («το εξωτερικό του ναού»)
β) οι ξένες χώρες συνολικά, η αλλοδαπή
γ) η φαινομενική πλευρά ενός προβλήματος
μσν.
αυτός που δεν είναι συγγενής με κάποιον, ο ξένος
αρχ.
1. ξένος, ξενικόςοὔτε γὰρ ἐξωτερικής ἀρχῆς κοινωνοῦσιν οἱ Κρῆτες», Αριστοτ.)
2. δημώδης, λαϊκός
3. υλικός (σε αντίθεση προς το ηθικός)
4. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οί ἐξωτερικοί
οι μαθητές του Πυθαγόρα έξω από τη σχολή
5. φρ. α) «ἐξωτερικοί λόγοι» — δημώδη, λαϊκά επιχειρήματα
β) «ἐξωτερικοί διάλογοι» — φυσικά υπομνήματα.