Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίσκεψη

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η (AM ἐπίσκεψις) επισκέπτομαι
1. (για γιατρό) μετάβαση για εξέταση αρρώστου
2. μετάβαση σ’ έναν τόπο ή χώρο και παρατήρηση τών αξιοθέατων
3. επιθεώρηση («οὔθ’ ἱππέων ἐπίσκεψιν... ἐποιήσαντο», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. η χρηματική αμοιβή για ιατρική επίσκεψη
2. μετάβαση στο σπίτι κάποιου από φιλοφροσύνη
3. ο ίδιος ο επισκέπτηςπεριμένω επισκέψεις»)
μσν.
σκέψη, φροντίδα
αρχ.
1. έρευνα, αναζήτηση
2. απογραφή τών κατοίκων.