Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επισύρω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐπισύρω) σύρω
σέρνω προς το μέρος μου, προκαλώ («επέσυρε τον θαυμασμό, την αγανάκτηση»)
μσν.
1. παρασύρω
2. μέσ. ἐπισύρομαι
φέρνω προς το μέρος μου, αποκτώ
αρχ.
1. σέρνω πάνω στο έδαφος, καταγής
2. αργοπορώ σκόπιμα να διεκπεραιώσω κάτι
3. δείχνω διάθεση να παρεμποδίσω ή να περιπλέξω τα πράγματα
4. παθ. (για ομιλία) εκφέρομαι αργά και σε χαμηλό τόνο.