Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύψυχος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

(I)
-η, -ο (ΑΜ εὔψυχος, -ον)
γενναιόψυχος, ανδρείος, θαρραλέος, εύτολμος, αποφασιστικός, γενναιόκαρδος, λεοντόκαρδος
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔψυχον
η ευψυχία, η γενναιοψυχία.
επίρρ...
εὐψύχως (ΑΜ, Μ και εὔψυχα)
με τόλμη, με θάρρος
αρχ.
με γενναιοψυχία, με γενναιοδωρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ψυχος (< ψυχή), πρβλ. μικρό-ψυχος, ομό-ψυχος].
(II)
εὔψυχος, -ον (Α)
ευχάριστα ή ανεκτά ψυχρός, δροσερός, δροσιστικός, αναψυκτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ψύχος].