Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιστήμων

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἐπιστήμων Medium diacritics: ἐπιστήμων Low diacritics: επιστήμων Capitals: ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
Transliteration A: epistḗmōn Transliteration B: epistēmōn Transliteration C: epistimon Beta Code: e)pisth/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος, (ἐπίσταμαι)

   A knowing, wise, prudent, ἐ. βουλῇ τε νόῳ τε Od. 16.374; ἄρχοντες X.Oec.21.5; ἐπιστήμων γὰρ εἶ, = ἐπίστασαι γάρ, E. Supp.843.    2. acquainted with a thing, skilled or versed in, c. gen., κακῶν S.Fr.589; τῆς θαλάσσης, τοῦ ναυτικοῦ, Th.1.142, 8.45; τῆς τέχνης Pl.Grg.448b; τῶν τόπων POxy.1469.12 (iii A.D.); also περί τινος or τι, Pl.R.599b, Sis.389e: with neut. Adj., τὰ προσήκοντα ἐπιστήμων X.Cyr.3.3.9, cf. Oec.2.16 (Sup.).    3. c. inf., knowing how, λέγειν τε καὶ σιγᾶν Pl.Phdr.276a, cf. X.Oec.19.16: Comp. -ονέστερος Pl.Chrm.174a. Adv. Comp. -ονέστερον X.Oec.3.14: Sup. -ονέστατα Pl.R.534d.    II. possessed of perfect knowledge, Id.Plt.301b, etc.; opp. δοξαστής, τινός Id.Tht.208e, in Arist., scientifically versed in a thing, AP0.74b28, Cat.11a33. Adv. -ονως, ἔχειν πρός τι Pl.Sph.233c: λέγειν with science, with art, Id.Tht.207b; εἰπεῖν use technical or scientific terminology, Aristid.Or.26(14).97.

German (Pape)

[Seite 984] ον, verständig, kundig, ἐπιστήμων βουλῇ τε νόῳ τε Od. 16, 374; Eur. Suppl. 843; gew. τινός, einer Sache kundig, sie verstehend, erfahren worin, κακῶν Soph. frg. 514; τῆς θαλάττης Thuc. 1, 142; τοῦ ναυτικοῦ 8, 45; τῆς τέχνης Plat. Gorg. 448 b; λέγειν τε καὶ σιγᾶν Phaedr. 276 a; τούτων πέρι Rep. X, 599 b; ἅπερ ἐπιστήμονες ταῦτα καὶ σοφοί Theaet. 145 e, wie τὰ προσήκοντα Xen. Cyr. 3, 3, 9; neben τεχνικός u. δυνατός Plat. Theaet. 207 c Rep. X, 618 c; – ἐπιστημονέστερος, Plat. Charm. 174 a. – Adv. ἐπιστημόνως, verständig, kundig, geschickt, ἔχειν πρός τι Plat. Soph. 233 c; τοξεύειν Xen. Cyr. 1, 5, 11.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιστήμων: ἐπιστῆμον, γεν. -ονος, (ἐπίσταμαι) ἐπιστάμενος, γινώσκων, συνετός, ἐπ. βουλῇ τε νόῳ τε Ὀδ. ΙΙ. 374· ἄρχοντες Ξεν. Οἰκ. 21, 5· ἐπιστήμων γὰρ εἶ = ἐπίστασαι γὰρ Εὐρ. Ἱκ. 843. 2) ἔχων γνῶσιν ἢ ἐμπειρίαν πράγματός τινος, ἔμπειρος, πεπειραμένος, μετὰ γεν., κακῶν Σοφ. Ἀποσπ. 514· τῆς θαλάσσης, τοῦ ναυτικοῦ Θουκ. 1. 142., 8. 45· τῆς τέχνης Πλάτ. Γοργ. 448Β· ὡσαύτως, περί τινος ἢ τι ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 599Β, κτλ.· μετ’ οὐδ. ἐπιθ. ἐν χρήσει ὡς ἐπιρρήματος, τὰ προσήκοντα ἐπιστήμων Ξεν. Κύρ. 3. 3, 9, πρβλ. Οἰκ. 2, 16. 3) μετ’ ἀπαρ., γινώσκων πῶς νά..., λέγειν τε καὶ σιγᾶν Πλάτ. Φαίδων, 276Α, πρβλ. Ξεν. Οἰκ. 19, 16. ― Συγκρ. -ονέστερος, Πλάτ. Χαρμ. 174Α. ― Ἐπίρρ. ἐπιστημόνως, μετὰ γνώσεως, ἐπιτηδείως, ἐμπείρως, λέγειν ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 207Β· ἔχειν πρός τι ὁ αὐτ. ἐν Σοφ. 233C· συγκρ. -έστερον Ξεν. Οἰκ. 3, 14· ὑπερθ. -έστατα Πλάτ. Πολ. 534D. ΙΙ. κάτοχος ἐντελοῦς γνώσεως, ὁ αὐτ. ἐν Πολιτ. 301Β, κτλ.· ἀντίθετον τῷ δοξαστής, ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 208Ε· παρ’ Ἀριστ., ὁ ἐπιστημονικῶς γινώσκων τι, Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 6, 4, Κατηγ. 8, 41.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
1 qui sait, qui est instruit ou qui a l’expérience de : τινος, τι savant ou habile en qch ; abs. sage, prudent;
2 qui sait en parl. du savoir acquis par l’étude;
Cp. ἐπιστημονέστερος, Sp. ἐπιστημονέστατος.
Étymologie: ἐπιστήμη.

English (Autenrieth)

knowing, sagacious, Od. 16.374†.

English (Strong)

from ἐπίσταμαι; intelligent: endued with knowledge.

English (Thayer)

ἐπιστήμων, genitive ἐπιστήμονος, (ἐπίσταμαι), intelligent, experienced (especially one having the knowledge of an expert; cf. Schmidt, chapter 13 §§ 10,13): Homer down; the Sept..)

Greek Monolingual

ο, η
βλ. επιστήμονας.

Greek Monotonic

ἐπιστήμων: -ον, γεν. -ονος (ἐπίσταμαι
I. 1. γνώστης, σοφός, έμπειρος, συνετός, σώφρων, φρόνιμος, γνωστικός, ἐπ. βουλῇ τε νόῳ τε, σε Ομήρ. Οδ.
2. γνώστης ενός πράγματος, επιδέξιος, ικανός ή έμπειρος, πεπειραμένος σε, με γεν., σε Θουκ. κ.λπ.
3. με απαρ., αυτός που ξέρει πως να κάνει κάτι, ειδικός, σε Πλάτ. κ.λπ.· επίρρ. ἐπιστημόνως, με γνώση· συγκρ. -έστερον, σε Ξεν., υπερθ. -έστατα, σε Πλάτ.
II. κάτοχος τέλειας γνώσης, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιστήμων: 2, gen. ονος
1) знающий, сведущий, опытный (τινός Soph., Thuc., Plat. или τι Xen.; περί τινος или περί τι Plat.): ἐ. βουλῇ τε νόῳ τε Hom. рассудительный и умный; τῆς θαλάσσης ἐ. Thuc. опытный моряк; ἐ. τὰ προσήκοντα τῇ ὁπλίσει Xen. умеющий владеть оружием;
2) филос. истинно знающий, обладающий подлинным знанием: αὐτοῦ ἐ. γεγονώς, οὗ πρότερον ἦν δοξαστής Plat. действительно познавший то, о чем прежде имел лишь представление (т. е. мнимое знание).

Middle Liddell

ἐπιστήμων, ονος, ἐπίσταμαι
I. knowing, wise, prudent, ἐπ. βουλῇ τε νόῳ τε Od.
2. acquainted with a thing, skilled or versed in, c. gen., Thuc., etc.
3. c. inf. knowing how to do, Plat., etc.— adv., ἐπιστημόνως with knowledge: comp. -έστερον, Xen.; Sup. -έστατα, Plat.
II. possessed of perfect knowledge, Plat.

Chinese

原文音譯:™pist»mwn 誒披-士帖蒙
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:在上-站(者)
字義溯源:有才智的,有經驗的,熟練的,有見識的;源自(ἐπίσταμαι)=熟悉);而 (ἐπίσταμαι)出自(ἐφίστημι)=在側),由(ἐπί)*=在⋯上)與(ἵστημι)*=站)組成
出現次數:總共(1);雅(1)
譯字彙編
1) 有見識(1) 雅3:13