Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐνήτειρα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

German (Pape)

[Seite 1082] ἡ, = εὐνάτειρα, Aesch. Pers. 153; νὺξ εὐν. ἔργων Ap. Rh. 4, 1058.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
épouse.
Étymologie: fém. de εὐνητήρ.
Syn. γαμετή, δάμαρ, εὐνήτρια, παράκοιτις, πάρευνος, ξυνάορος, σύγκοιτος, σύζυγος, ἄκοιτις, ἄλοχος, εὖνις².

Russian (Dvoretsky)

εὐνήτειρα: дор. εὐνάτειρα ἡ супруга Aesch., Anth.