Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κίνητρο

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

το (ΑΜ κίνητρον)
όργανο με το οποίο κινεί κάποιος κάτι
νεοελλ.
1. η σιδερένια ράβδος με την οποία οι μεταλλουργοί μετακινούν πυρακτωμένες ή λειωμένες ύλες
2. μτφ. αίτιο, ελατήριο ή ερέθισμα προς μία ενέργεια ή απόφαση (α. «κίνητρο του φόνου ήταν η ζήλεια» β. «ο δάσκαλος πρέπει να δίνει κίνητρα στους μαθητές για την πνευματική τους καλλιέργεια»
3. φρ. «οικονομικά κίνητρα» — οι παράγοντες που παρακινούν το άτομο στην ανάληψη οικονομικών πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων
μσν.-αρχ.
είδος μεγάλου κουταλιού, κουτάλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κινη- (πρβλ. -κινή-θην, παθ. αόρ. του κινῶ) + επίθημα -τρον (πρβλ. μίση-τρον, φίλη-τρον)].