Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυανέμβολος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: κῠᾰνέμβολος Medium diacritics: κυανέμβολος Low diacritics: κυανέμβολος Capitals: ΚΥΑΝΕΜΒΟΛΟΣ
Transliteration A: kyanémbolos Transliteration B: kyanembolos Transliteration C: kyanemvolos Beta Code: kuane/mbolos

English (LSJ)

ον,

   A = κυανόπρῳρος, πρῷραι E.El.436, Ar.Ra.1318; τριήρεις Id.Eq.554.—Only in lyr.

German (Pape)

[Seite 1521] mit dunkelfarbigem Schnabel; τριήρεις, Ar. Equ. 554; πρῶραι, Ran. 1318; Eur. El. 436.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰνέμβολος: -ον, = κυανόπρῳρος, πρῷραι Εὐρ. Ἠλ. 436. Ἀριστοφ. Βάτρ. 1318· τριήρεις ὁ αὐτ. Ἱππ. 554.

Greek Monolingual

κυανέμβολος, -ον (Α)
κυανόπρωρος («καὶ κυανέμβολοι θοαὶ μισθοφόροι τριήρεις», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύανος + ἔμ-βολος (< ἐμ-βάλλω), πρβλ. τρι-έμ-βολος, χαλκ-έμ-βολος].

Greek Monotonic

κυᾰνέμβολος: -ον (ἔμβολον) = κυανόπρῳρος, σε Ευρ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

κυᾰνέμβολος: с темно-синим (корабельным) клювом (τριήρεις Arph.; πρῷραι Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυανέμβολος -ον [κύανος, ἔμβολος] met donkergekleurde scheepsram.

Middle Liddell

κυᾰν-έμβολος, ον ἔμβολον = κυανόπρῳρος, Eur., Ar.]