Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λακαταπύγων

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: λᾱκαταπύγων Medium diacritics: λακαταπύγων Low diacritics: λακαταπύγων Capitals: ΛΑΚΑΤΑΠΥΓΩΝ
Transliteration A: lakatapýgōn Transliteration B: lakatapygōn Transliteration C: lakatapygon Beta Code: lakatapu/gwn

English (LSJ)

[ῡ], ον, gen. ονος,

   A = καταπύγων with intens. prefix λα-, Ar.Ach.664.

Greek (Liddell-Scott)

λᾱκαταπύγων: [ῡ], -ον, = καταπύγων μετὰ προθετικοῦ λα-, Ἀριστοφ. Ἀχ. 664.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
abominable débauché.
Étymologie: λα-, καταπύγων.

Greek Monolingual

λακαταπύγων, -ον (Α)
πάρα πολύ αισχρός, ασελγής, επιρρεπής σε παρά φύσιν συνουσία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λα- + καταπύγων «αισχρός, ασελγής»].

Greek Monotonic

λᾱκαταπύγων: [ῡ], -ον, = καταπύγων, με το πρόθεμα λα-, εξαιρετικά λάγνος, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

λᾱκαταπύγων: ωνος ὁ Arph. intens. = καταπύγων.

Middle Liddell

λᾱκαταπύ¯γων, ον, = καταπύγων with prefix λα-]
very lascivious, Ar.