Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεξικό

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το (Α λεξικόν)
συναγωγή λέξεων οι οποίες χρησιμοποιούνται από έναν συγγραφέα ή από ομάδα συγγραφέων, αλλ. γλωσσάριο («ομηρικό λεξικό»)
νεοελλ.
1. βιβλίο που περιέχει με αλφαβητική ή με άλλη σειρά λέξεις μιας γλώσσας με την ερμηνεία τους στην ίδια ή σε άλλη γλώσσα ή με την ετυμολογία τους ή με την ερμηνεία και την ετυμολογία τους ταυτόχρονα (α. «ερμηνευτικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής» β. «ελληνοαγγλικό λεξικό»)
2. βιβλίο στο οποίο είναι συγκεντρωμένοι οι όροι ενός κλάδου της επιστήμης ή όλων τών επιστημών και τεχνών με την ερμηνεία τους (α. «λεξικό ναυτικών όρων» β. «ιστορικό λεξικό» γ. «εγκυκλοπαιδικό λεξικό»)
3. γλωσσ. το σύνολο τών μονάδων, ιδίως τών λέξεων, μιας γλώσσας το οποίο έχει στη διάθεσή της για να επικοινωνεί ολόκληρη η αντίστοιχη κοινότητα που χρησιμοποιεί τη γλώσσα αυτή, σε αντιδιαστολή με το λεξιλόγιο, που είναι το σύνολο τών όρων τους οποίους χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο άτομο σε μια δεδομένη περίσταση
4. φρ. «ορθογραφικό λεξικό» — βιβλίο στο οποίο περιέχονται οι λέξεις μιας γλώσσας με την ορθή γραφή τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λεξικόν (ενν. βιβλίον), ουσιαστικοποιημένο ουδ. του επιθ. λεξικός < λέξις. Τη λ. δανείστηκαν διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες, πρβλ. αγγλ. lexicon].