Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ληθαργία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ληθαργία Medium diacritics: ληθαργία Low diacritics: ληθαργία Capitals: ΛΗΘΑΡΓΙΑ
Transliteration A: lēthargía Transliteration B: lēthargia Transliteration C: lithargia Beta Code: lhqargi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A drowsiness, Com.Adesp.344 (pl.).

German (Pape)

[Seite 38] ἡ, = λήθαργος 2, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ληθαργία: ἡ, (λήθαργος) ὕπνος βαθὺς μετ’ ἀναισθησίας, Γαλην.

Greek Monolingual

η (Α ληθαργία) λήθαργος (Ι)]
κατάσταση έντονης υπνηλίας με θόλωση της συνείδησης, λήθαργος, νάρκη, βαθύς και συνεχής ύπνος.