Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λημώδης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: λημώδης Medium diacritics: λημώδης Low diacritics: λημώδης Capitals: ΛΗΜΩΔΗΣ
Transliteration A: lēmṓdēs Transliteration B: lēmōdēs Transliteration C: limodis Beta Code: lhmw/dhs

English (LSJ)

ες, (λήμη)

   A full of rheum, Alex.Trall.2.

German (Pape)

[Seite 40] ες, = λημαλέος, triefäugig, Alex. Trall.

Greek (Liddell-Scott)

λημώδης: -ές, (λήμη, εἶδος) πλήρης λήμης, Ἀλέξ. Τραλλ. 2. σ. 151.

Greek Monolingual

-ες (Α λημώδης, -ώδες) λήμη
γεμάτος λήμες, τσιμπλιασμένος, τσιμπλιάρης.