Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λυκηγενής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
père de la lumière (Apollon) ; selon l’interprétation commune né en Lycie.
Étymologie: *λύκη, lumière, ou Λυκία, γένος.

English (Autenrieth)

έος (root λυκ, lux): light-born, epith. of Apollo as sun-god, Il. 4.101, 119.

Greek Monolingual

λυκηγενής, -ές (Α)
(το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Λυκηγενής
προσωνυμία του Απόλλωνος, ως θεού του φωτός ή, κατ' άλλους, επειδή γεννήθηκε στη Λυκία («εὔχεο δὲ Ἀπόλλωνι Λυκηγενέι κλυτοτόξῳ», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ο τ. θεωρείται σύνθετος σε -γενής και αναφέρεται ως προσωνυμία του Απόλλωνος, επειδή ο Απόλλων γεννήθηκε στη Λυκία (πρβλ. Λύκιος). Συγκεκριμένα, ο τ. Λυκηγενής (αντί του αναμενόμενου Λυκιογενής) προέρχεται από Λυκία + συνδετικό φωνήεν -η- (για μετρικούς λόγους) + -γενής (< γένος). Κατ' άλλους, όμως, ο τ. θεωρείται σύνθετος του λύκη «αυγή, χάραμα» (πρβλ. αμφιλύκη, λύχνος) και αποδίδεται στον Απόλλωνα ως θεό του φωτός].

Russian (Dvoretsky)

λῠκηγενής: светорожденный, по по друг. - рожденный в Ликии (эпитет Аполлона) Hom.