Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λύχνος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λύχνος Medium diacritics: λύχνος Low diacritics: λύχνος Capitals: ΛΥΧΝΟΣ
Transliteration A: lýchnos Transliteration B: lychnos Transliteration C: lychnos Beta Code: lu/xnos

English (LSJ)

ὁ, pl.

   A λύχνοι Batr.180, Ar.Eq.1315, Antiph.70,152, PPetr.2p.72 (iii B. C.): freq. also λύχνα, Hdt.2.62,133, E.Cyc.514 (lyr.), Call.Hec.1.4.11, etc., prob. in Alc.41.1. (Fr. λυκ-sno-, cf. Λύκη):—portable light, lamp, χρύσεος λ. Od.19.34; λύχνα καίειν, ἀνάπτειν, light lamps, Hdt. ll. cc.; ἅπτε, παῖ, λ. Ar.Nu.18; λύχνους ἅπτειν to have an illumination, Arr.Epict.2.17.37; λύχνους ἀποσβέσαι Ar.Pl.668; λ. ἀπεσβήκει had been put out, Pl.Smp.218b; περὶ λύχνων ἁφάς about lamp-lighting time, i. e. towards nightfall, Hdt.7.215, D.S.19.31; πάννυχος λ. παρακαίεται lamps are kept burning all night, Hdt.2.130; καύσεις λύχνων Sammelb.1161.14 (i B. C.); ἔλαιον ἡμῖν οὐκ ἔνεστ' ἐν τῷ λύχνῳ Ar.Nu.56; cf. κεράτινος.    2 in pl., οἱ λύχνοι or τὰ λύχνα the lamp-market, οὑκ τῶν λ. ib.1065.    II a fish, Str. 17.2.4, Hsch.; cf. Lat. lucerna, Plin.HN9.82.

German (Pape)

[Seite 74] ὁ (λυκη, S. Emp. adv. gramm. 243 ἀπὸ τοῦ λύειν τὸ νύχος), Leuchte, Leuchter, Lampe; χρύσεος, Od. 19, 34, aus welcher Stelle hervorgeht, daß der λύχνος tragbar ist, nicht wie der λαμπτήρ feststeht, ἔλαιον ἡμῖν οὐκ ἔνεστ' ἐν τῷ λύχνῳ, Ar. Nubb. 156; λύχνον ἅπτειν, 18; oft auch ἀνάψαι, Anacr. 13, 15; λύχνος ἡμμένος, Thuc. 4, 133; λύχνον καίειν, Matth. 5, 15; auch sprichwörtlich, λύχνον ἐν μεσημβρίᾳ ἅπτειν, Diogen. 6, 27. – Ggstz ἀποσβεννύναι, Ar. Plut. 668; λύχνος ἀπέσβηκε, Plat. conv. 218 b; πάννυχος, Her. 2, 130; ὁ μὲν λύχνος διὰ τὸ λαμπρὰν φλόγα ἔχειν φῶς παρέχει Xen. Conv. 7, 4; περὶ λύχνων ἀφάς, um die Zeit, wo man Lichter anzündet, gegen Anfang der Nacht, Her. 7, 215. – Die Lampen wurden nach der Anzahl der Dochte, welche darin brannten, unterschieden (s. δίμυξος u. ähnliche). – Der plur. wurde auch λύχνα gebildet (s. unter λύχνον); neben λύχνους ἅψω, ἂν σωθῇς, ich werde illuminiren, Arr. Ep. 2, 17. – Bei Strab. XVII, 833 ein Fisch.

Greek (Liddell-Scott)

λύχνος: ὁ· πληθ. λύχνοι Βατραχομυομ. 179, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1315, Ἀντιφ. ἐν «Γάμῳ» 2, ὁ αὐτ. ἐν «Μετοίκῳ» 1· ἀλλ’ ὁ συνήθης τύπος τοῦ πληθ. εἶναι οὐδ. λύχνα Ἡρόδ. 2. 62, 133, Εὐρ. Κύκλ. 514, κτλ.· (ἴδε *λύκη)· - φῶς δυνάμενον νὰ μεταφέρηται, λύχνος, διαφέρον ἀπὸ τοῦ ἀκινήτου λαμπτῆρος, καθότιλύχνος ἐφέρετο ἐν τῇ χειρὶ ἢ ἐτίθετο ἐπὶ λυχνοστάτου (ἴδε λυχνεῖον, λυχνία, λυχνοῦχος), χρύσεος λ. Ὀδ. Τ. 34· λύχνα καίειν, ἀνάπτειν, Ἡρόδ., ἔνθ’ ἀνωτ.· ἅπτε, παῖ, λύχνον Ἀριστοφ. Νεφ. 18· ὡσαύτως, λύχνους ἅπτειν, ποιεῖν λυχναψίαν, φωταψίαν, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 17, 37· λ. ἀποσβέσαι Ἀριστοφ. Πλ. 668· λ. ἀπεσβήκει, εἶχε σβεσθῆ, Πλάτ. Συμπ. 218Β· περὶ λύχνων ἁφάς, κατὰ τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἀνάπτονται οἱ λύχνοι, δηλ. ὅταν ἀρχίζῃ νὰ νυκτώνῃ, Ἡρόδ. 7. 215· πάννυχος λ. παρακαίεται, διατηρεῖται καίων πλησίον δι’ ὅλης τῆς νυκτός, Ἡρόδ. 2. 130· ἔλαιον ἡμῖν οὐκ ἔνεστ’ ἐν τῷ λύχνῳ Ἀριστοφ. Νεφ. 56· πρβλ. κεράτινος. 2) ἐν τῷ πληθ., οἱ λύχνοι ἢ τά λύχνα, τὸ μέρος τῆς ἀγορᾶς ἔνθα ἐπωλοῦντο οἱ λύχνοι, αὐτόθι 1065.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
pl. οἱ λύχνοι ou τὰ λύχνα;
lampe : περὶ λύχνων ἁφάς HDT à l’heure où l’on allume les lampes.
Étymologie: R. Λυκ, briller.

English (Autenrieth)

light, lamp, Od. 19.34†.

Spanish

lámpara

English (Strong)

from the base of λευκός; a portable lamp or other illuminator (literally or figuratively): candle, light.

English (Thayer)

λύχνου, ὁ, the Sept. for נֵר (from Homer down); a lamp, candle (?), that is placed on a stand or candlestick (Latin candelabrum) (cf. Trench, N. T. Synonyms, § xlvi.; Becker, Charicles, Sc. ix. (English translation, p. 156n. 5)): φῶς λύχνου, φῶς ἡλίου, L T Tr WH; ά῾πτειν λύχνον (ἅπτω, 1). To a lamp are likened — the eye, ὁ λύχνος τοῦ σώματος, i. e. which shows the body which way to move and turn, Revelation 21:23.

Greek Monolingual

ο (AM λύχνος, Α πληθ. και ετερογεν. λύχνα, τὰ)
1. φορητή συσκευή που παράγει φωτισμό με καύση ελαίου ή λίπους μέσω θρυαλλίδας, το λυχνάρι
2. φρ. «περὶ λύχνων ἁφάς» — κατά την ώρα που αρχίζει να νυχτώνει
μσν.
1. το υλικό που χρησιμοποιείται για την κατασκευή λυχναριών
2. φωτιά
μσν.-αρχ.
είδος ψαριού
αρχ.
στον πληθ. οἱ λύχνοι ή τὰ λύχνα
το μέρος της αγοράς όπου πωλούνταν τα λυχνάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λύχνος (< λυκσνο-) ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα luk-της ΙΕ ρίζας leuk- «λάμπω, φως» (πρβλ. λεύσσω, λευκός) + επίθημα -sno και συνδέεται με συγγενείς τ., που παρουσιάζουν όμως φωνήεν -ευ- ή -ου- (πρβλ. αβεστ. raox-šna- «λαμπερός», λατ. luna, αρχ. πρωσ. luna «σελήνη», λατ. lumen «φως» < leuksmen, louksmen, lousmen). Στον ελλ. τ. η μηδενισμένη βαθμίδα λυ-, έναντι τών lou-, lu- τών άλλων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, οφείλεται πιθ. στην προτίμηση της Ελληνικής προς τη μηδενισμένη βαθμίδα εις βάρος της ετεροιωμένης λου-. Η μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας απαντά επίσης στον τ. -λύκη (βλ. λύκη).
ΠΑΡ. λυχνάρι, λυχνείο, λυχνία, λυχνικός, λυχνίο, λυχνίς, λυχνίσκος, λυχνίτης
αρχ.
λυχναίος, λυχνέα, λυχνεύς, λυχνεών, λυχνιαίος, λυχνίας, λυχνίτις, λύχνον, λυχνώδης, λύχνωμα
μσν.
λυχνεύω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) λυχνοειδής, λυχνομαντεία, λυχνοποιός
αρχ.
λυχνάπτης, λυχναύγημα, λυχνέλαιο, λυχνόβιος, λυχνοδότης, λυχνοκαΐα, λυχνοκαυτώ, λυχνόπολις, λυχνοπώλης, λυχνούχος, λυχνοφόρος
νεοελλ.
λυχνοπέτα, λυχνοστάτης. (Β' συνθετικό) αρχ. άλυχνος, επίλυχνος, υψίλυχνος].

Greek Monotonic

λύχνος: ὁ, πληθ., λύχνοι και λύχνα· φορητό φως (που μπορεί δηλ. να μεταφέρεται), λάμπα, λυχνάρι, το οποίο μεταφέρεται στο χέρι ή τίθεται σε λυχνοστάτη (λύχνιον), σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.· περὶ λύχνων ἁφάς, κατά την ώρα όπου ανάβονται οι λύχνοι, δηλ. όταν αρχίζει να νυχτώνει, σε Ηρόδ.
2. στον πληθ., μέρος της αγοράς όπου πωλούνται λυχνάρια, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

λύχνος: ὁ (pl. иногда τὰ λύχνα) светильник (обычно, в отличие от λαμπτήρ, переносный): λ. ἡμμένος Thuc. или καιόμενος NT зажженный (горящий) светильник; περὶ λύχνων ἁφάς Her. когда зажигаются светильники, т. е. с наступлением ночи; οὑκ (= ὁ ἐκ) τῶν λύχνων Arph. продавец светильников.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.,
Meaning: (portable) light, lamp (τ 34), also as fishname (Str., H., as lat. lucerna ; after its lighting organs, evt after the exterior form, Strömberg Fischnamen 55f.).
Other forms: pl. also τὰ λύχνα, to which sg. λύχνον (cf. Schwyzer-Debrunner 37, Sommer Nominalkomp. 88)
Compounds: Several compp., e.g. λυχνοῦχος m. lamp-stander, lighter (com.), also as 2. member as in θερμό-λυχνον = λυχν-έλαιον lamp-oil (Att. inscr.).
Derivatives: 1. Diminut.: λυχνάριον (pap.), λυχνίσκος fishname (Luc.; cf. above). 2. name of a lighter: λυχνεῖον (com., Arist., hell. inscr.) with λυχνείδιον (-ίδιον), λυχνίον, -ιον (Antiph., Theoc., Luc.), also lamp (pap.), λυχνία, -έα, -εία (hell.; Scheller Oxytonierung 44 f.). 3. name of the ruby that emits light: λυχνίας λίθος (Pl. Com.), λυχνίτης (Str.), also name of Parian marble, as lamps were made of it (Varro ap. Plin.; s. Redard 56 a. 244 n. 13), λυχνεύς (Callix., H.), also lighter (Ath.; Boßhardt 63), λύχνις m. (D. P., Orph. L.), λυχνίς f. (Luc..; cf. 4). 4. plantname: λυχνίς f. rose campion, Lychnis coronaria (Thphr., Dsc.; because of the purpur-red colour, Strömberg Pflanzennamen 49), λυχνῖτις f. candlewick, Verbascum (Plin., pap., Dsc.), because the leaves were used as wick (Strömberg 106, Redard 73; cf. s. θρύον). 5. Other substant.: λυχνεών, -ῶνος m. place to keep lamps (Luc. VH 1, 29), λύχνωμα lint (sch. Ar. Ach. 1175, = λαμπάδιον), with nominal basis (Chantraine Formation 187). 6. Adjectives: λυχν-αῖος (Procl.), also -ιαῖος (S. E., Gal.) belonging to a lamp, -ώδης lamp-like (Heph. Astr.). 7. Verb: λυχνεύω lighten someb. (Areth. in Apok.).
Origin: IE [Indo-European] [688f] *leuk-sn-a moon, stars etc.
Etymology: Beside λύχνος from *λύκ-σν-ος we have with full grade Av. raox-šn-a- light, gleaming, OPr. lauxnos pl. stars, Lat. lūna = Praen. Losna, OCS luna moon, MIr. luan light, moon, IE *louk-sn- or *leuk-sn-; the deviating zero grade in λύχνος may be related with the diminished strength of the ου- diphthong in Greek (cf. Schwyzer 347). The words mentioned are all transformations of an old noun with suffixal -sn- from the verb for lighten, gleam, which is in Greek represented by λεύσσω; s. v. for further relatives (Hitt. luk-zi etc.). As intermediate form served prob. an s-stem (Av. raočah n. light from IE *leukos-, Lat. lūmen from *leuks-men- etc.). Quite uncertain is λουνόν λαμπρόν H.; hypotheses by v. Blumenthal Hesychst. 34 and Specht Ursprung 187. On the sn-suffix cf. esp. the synonymous Skt. jyót-sn-ā f. moonlight. - A zero grade noun *λυκ- (= Skt. rúc- f. light) appears in the hypostasis ἀμφι-λύκ-η adjunct of the night H 433 morning tilight, also as subst. (morning)twilight (A. R., Opp.; Bechtel Lex. s. v., also Leumann Hom. Wörter 53); after it also in λυκ-αυγής lighting in the morning (Luc.), λυκ-ό-φως, -ωτος n. twilight (Ael., H. s. λυκοειδέος, sch.); s. also λυκάβας, also λύσσα. - Schwyzer 489 (on the formation), WP. 2, 408ff., Pok. 687ff., W.-Hofmann s. lūna, Vasmer s. luná I; everywhere more forms a. lit.

Middle Liddell

λύχνος, ὁ,
1. pl. λύχνοι and λύχνα;— a portable light, a lamp, carried in the hand or set on a lamp-stand (λυχνίον), Od., Hdt., attic; περὶ λύχνων ἁφάς about lamplighting time, Hdt.
2. in pl. the lamp-market, Ar.

Frisk Etymology German

λύχνος: {lúkhnos}
Forms: pl. auch τὰ λύχνα, wozu sg. λύχνον (vgl. Schwyzer-Debrunner 37, Sommer Nominalkomp. 88)
Grammar: m.,
Meaning: ‘(tragbare) Leuchte, Lampe’ (seit τ 34), auch als Fischname (Str., H., wie lat. lucerna; nach den Leuchtorganen, allenfalls nach der äußeren Form, Strömberg Fischnamen 55f.).
Composita : Zahlreiche Kompp., z.B. λυχνοῦχος m. Lampenständer, Leuchter (Kom.), auch als Hinterglied wie in θερμόλυχνον = λυχνέλαιον Lampenöl (att. Inschr.).
Derivative: Viele Ableitungen. 1. Deminutiva: λυχνάριον (Pap.), λυχνίσκος Fischname (Luk.; vgl. oben). 2. Ben. des Leuchters: λυχνεῖον (Kom., Arist., hell. Inschr. u.a.) mit λυχνείδιον (-ί̄διον), λυχνίον, -ιον (Antiph., Theok., Luk. usw.), auch Lampe (Pap.), λυχνία, -έα, -εία (hell. u. sp.; Scheller Oxytonierung 44 f.). 3. Namen des Rubins od. des Granats (wegen des roten Scheins) : λυχνίας λίθος (Pl. Kom.), λυχνίτης (Str. u. a.), auch Ben. des parischen Marmors, weil Lampen daraus gemacht wurden (Varro ap. Plin.; s. Redard 56 u. 244 A. 13), λυχνεύς (Kallix., H.), auch Leuchter (Ath.; Boßhardt 63), λύχνις m. (D. P., Orph. L.), λυχνίς f. (Luk..; vgl. 4). 4. Pflanzennamen: λυχνίς f. ‘Himmelsröschen, Lychnis coronaria u. a.’ (Thphr., Dsk. u. a.; wegen der purpurroten Farbe, Strömberg Pflanzennamen 49), λυχνῖτις f. Wollkraut, Verbascum (Plin., Pap., Dsk.), weil die Blätter als Dochte gebraucht wurden (Strömberg 106, Redard 73; vgl. s. θρύον). 5. Sonstige Substantiva: λυχνεών, -ῶνος m. Lampenwohnung (Luk. VH 1, 29), λύχνωμα Scharpie (Sch. Ar. Ach. 1175, = λαμπάδιον), mit nominalem Grundwort (Chantraine Formation 187). 6. Adjektiva: λυχναῖος (Prokl.), auch -ιαῖος (S. E., Gal. u.a.) zur Lampe gehörig, -ώδης lampenähnlich (Heph. Astr.). 7. Verb: λυχνεύω ‘jemdm. leuchten’ (Areth. in Apok.).
Etymology : Neben λύχνος aus *λύκσνος stehen mit durchgehender Hochstufe aw. raox-šn-a- licht, glänzend, altpreuß. lauxnos pl. Sternen, lat. lūna = praen. Losna, aksl. luna Mond, mir. luan Licht, Mond, idg. *louq-sn- oder *leuq-sn-; die abweichende Tiefstufe in λύχνος dürfte mit dem Zurückweichen des ου- Diphthongs im Griechischen zusammenhängen (vgl. Schwyzer 347). Die genannten Wörter sind alle erweiternde Umbildungen eines alten Nomens mit suffixalem -sn- vom Verb für leuchten, glänzen, das im Griech. durch λεύσσω vertreten ist; s. d. m. weiteren Verwandten (heth. luk-zi u.a.). Als Zwischenglied hat wahrscheinlich ein s-Stamm (aw. raočahn. Licht aus idg. *leuqos-, lat. lūmen aus *leuqs-men- usw.) gedient. Ganz unsicher ist λουνόν· λαμπρόν H.; Hypothesen bei v. Blumenthal Hesychst. 34 und Specht Ursprung 187. Zum sn- Suffix vgl. bes. das synonyme aind. jyót-sn-ā f. Mondlicht. — Ein schwundstufiges Nomen *λυκ- (= aind. rúc- f. Licht) erscheint in der Hypostase ἀμφιλύκη Beiwort der Nacht H 433 morgengrauend, auch als Subst. Zwielicht, Morgendämmerung (A. R., Opp. u. a.; Bechtel Lex. s. v., auch Leumann Hom. Wörter 53); danach auch in λυκαυγής morgengrauend (Luk. u. a.), λυκό-φως, -ωτος n. Zwielicht, Dämmerung (Ael., H. s. λυκοειδέος, Sch.); s. noch λυκάβας, Λυκηγενής, auch λύσσα. — Schwyzer 489 (zur Bildung), WP. 2, 408ff., Pok. 687ff., W.-Hofmann s. lūna, Vasmer s. luná I; überall mit weiteren Formen u. reicher Lit.
Page 2,147-149

Chinese

原文音譯:lÚcnoj 呂赫挪士
詞類次數:名詞(14)
原文字根:燈 相當於: (נִיר‎ / נֵר‎)
字義溯源:可移動的燈,燭光,燈;源自(λευκός)=白的);而 (λευκός)出自(Λυκαονιστί)X*=光)
同源字:1) (λυχνία)燈臺 2) (λύχνος)燈比較: (λαμπάς / ὑπολαμπάς)=燈
出現次數:總共(14);太(2);可(1);路(6);約(1);彼後(1);啓(3)
譯字彙編
1) 燈(14) 太5:15; 太6:22; 可4:21; 路8:16; 路11:33; 路11:34; 路11:36; 路12:35; 路15:8; 約5:35; 彼後1:19; 啓18:23; 啓21:23; 啓22:5