Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαιεύομαι

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: μαιεύομαι Medium diacritics: μαιεύομαι Low diacritics: μαιεύομαι Capitals: ΜΑΙΕΥΟΜΑΙ
Transliteration A: maieúomai Transliteration B: maieuomai Transliteration C: maieyomai Beta Code: maieu/omai

English (LSJ)

(

   A μαῖα 1.3) serve as a midwife, act as one, D.S.19.34; ἡ Ἄρτεμις μ. Luc.DDeor.26.2.    2 cause delivery to take place, ἱκανὴ ἔκπληξις μαιεύσασθαι πρὸ τῆς ὥρας Philostr.VA1.5.    3 c. acc., bring to the birth, Marin.Procl.6; ὄρνιθας μ. hatch chickens, Anon. ap. Suid.; αἰετὸν κάνθαρος μαιεύσομαι, prov. of taking vengeance on a powerful enemy, Ar.Lys.695 (cf. Sch.).    4 deliver a woman, esp. metaph. in Pl. of the Socratic method, Tht.149b.    II Act., Poll. 4.208, Sch.Opp.H.4.506:—Pass., τὰ ὑπ' ἐμοῦ μαιευθέντα brought into the world by me, Pl.Tht.150e, cf. Philostr.VA5.13.

Greek (Liddell-Scott)

μαιεύομαι: μέλλ. -σομαι· Ἐπικ. γ΄ πληθ. ἀορ. μαιεύσαντο Καλλ. εἰς Δία 35· ἀποθ.· (μαῖα I. 3). Ὕπηρετῶ ἢ ἐνεργῶ ὡς μαῖα, Διόδ. 19. 34· ἡ Ἄρτεμις μ. Λουκ. Θεῶν Διάλ. 26. 2. 2) μετ’ αἰτ. προσώπου, βοηθῶ γυναῖκα νὰ γεννήσῃ, τὴν «ξεγεννῶ», Πλάτων ἐπὶ τῆς μαιευτικῆς τοῦ Σωκράτους τέχνης (ἴδε ἐν λέξ. μαιευτικός), Θεαίτ. 149B κἑξ., πρβλ. Grote 1. σ. 321· ὄρνιθας μαιεύεσθαι, ἀντὶ τοῦ νεοττοτροφεῖν, «εὗρον γυναῖκα ὄρνιθας μαιευομένην» Συγγραφ. παρὰ Σουΐδ.· αἰετὸν κάνθαρος μαιεύσομαι, παροιμία ἐπὶ τῶν ἐκδικουμένων κατ’ ἰσχυροῦ ἐχθροῦ, Ἀριστοφ. Λυσ. 695, ἔνθα ἴδε Ἑρμηνευτάς. - Τὸ ἐνεργ., ὡς φαίνεται, δὲν ἀπαντᾷ, ἀλλὰ τὸ παθητ. εὕρηται παρὰ Πλάτ. Θεαιτ. 150E, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ μαιευθέντα, ἐλθόντα εἰς τὸν κόσμον δι’ ἐμοῦ.

French (Bailly abrégé)

v. μαιεύω.

Greek Monolingual

(AM μαιεύομαι)
βλ. μαιεύω.

Greek Monotonic

μαιεύομαι: μέλ. -σομαι,
1. αποθ., προσφέρω υπηρεσίες μαίας, σε Λουκ.
2. με αιτ. προσ., ξεγεννάω γυναίκα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μαιεύομαι: μαῖα 4] (тж. μ. γυναῖκας Plat.) помогать при родах, принимать ребенка (μαιεύεται ἡ Ἄρτεμις Luc.): τὰ ὑπ᾽ ἐμοῦ μαιευθέντα перен. Plat. те мысли, которые при моей помощи родились на свет; ἀετὸν τίκτοντα κάνθαρος μαιεύεται погов. Arph. жук помогает орлице класть яйца (намек на басню Эзопа о том, как жук отомстил орлице, выбросив из гнезда ее яйца).

Middle Liddell

μαιεύομαι,
1. fut. σομαι, Dep. to serve as a midwife, Luc.
2. c. acc. pers. to deliver a woman, Plat.