Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραβλήδην

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: παραβλήδην Medium diacritics: παραβλήδην Low diacritics: παραβλήδην Capitals: ΠΑΡΑΒΛΗΔΗΝ
Transliteration A: parablḗdēn Transliteration B: parablēdēn Transliteration C: paravlidin Beta Code: parablh/dhn

English (LSJ)

Adv., (παραβάλλω)

   A thrown in by the way, κερτομίοις ἐπέεσσι π. ἀγορεύων speaking with a side-meaning, i.e. maliciously, deceitfully, Il.4.6, cf. Hsch., and v. παράβολος 1, παραβάλλω A. VI; so perh. in Opp.H.2.113.    2 in answer, A.R.1.835, 2.448, 3.107.    II parallelwise, Arat.535.

German (Pape)

[Seite 472] 1) daneben geworfen, einwerfend, erwidernd, Ap. Rh. 2, 448. 3, 107. Dah. übertr. beiläufig, nebenbei, bes. in ironischer Beziehung, mit einem spöttischen od. hämischen Seitenhieb od. Seitenblick reden, Il. 4, 6, im Ggstz der graden, offenen, unzweideutigen Rede, VLL. ἀπατητικῶς ἢ παραλογιτικῶς; vgl. Opp. Hal. 2, 113. – 2) neben einander, parallel; Arat. 533; Maneth. 2, 34.

Greek (Liddell-Scott)

παραβλήδην: Ἐπίρρ. (παραβάλλω) πλαγίως, εἰρωνικῶς, κερτομίοις ἐπέεσσι π. ἀγορεύων Ἰλ. Δ. 6 (ὡς τὸ παραίβολα κερτομέειν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 56)· πρβλ. παραβάλλω VI· - ἕτεροι ἑρμηνεύουσιν «ἐξ ἀντιβολῆς, ἢ παραλογιστικῶς, ἢ ἐξ ἀποκρίσεως», εἰς ἀντίρρησιν ἢ ἀπόκρισιν, ὡς μετεχειρίσθη τὴν λέξιν ὁ Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 448, Γ. 107, ἔνθα ἴδε Σχολιαστ., πρβλ. Ὀππ. Ἁλ. 2. 113. 2) ἐν παραβολαῖς, Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. 16, 25. ΙΙ. παραλλήλως, Ἄρατ. 535. - Καθ’ Ἡσύχ.: «παραβλήδην· ἀπατητικῶς· παραλογιστικῶς. ἐξ ἀντιβολῆς παραβάλλοντες».

French (Bailly abrégé)

adv.
de côté, obliquement ; fig. en lançant des coups de côté, des regards obliques ou des mots piquants par insinuation ; par ironie, avec ruse.
Étymologie: παραβάλλω.

English (Autenrieth)

with comparisons, insinuatingly, Il. 4.6.

Greek Monolingual

Α
επίρρ.
1. με πλάγιο, ειρωνικό ή σκωπτικό βλέμμα και, γενικά, με πλάγιο τρόπο ή με κακία («ἐπειρᾱτο... ἐρεθιζέμεν Ἥρην κερτομίοις ἐπέεσσι, παραβλήδην ἀγορεύων», Ομ. Ιλ.)
2. για αντίρρηση ή για απάντηση
3. παράλληλα
4. με παραβολές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + βλήδην «ριχτά, πεταχτά» (< θ. βλη-πρβλ. -βλή-θην, παθ. αόρ. του βάλλω)].

Greek Monotonic

παραβλήδην: επίρρ., (παραβάλλω), με πλάγιο υπαινιγμό, με ειρωνική διάθεση, παραβλήδην ἀγορεύων, μιλάω πλαγίως εννοώντας άλλα, δηλ. με πονηρούς σκοπούς, παραπλανητικά, προσποιητά, με κακόβουλες προθέσεις, σε Ομήρ. Ιλ.· πρβλ. παράβολος I.

Russian (Dvoretsky)

παραβλήδην: adv. глядя искоса, т. е. лукаво, насмешливо (ἀγορεύειν Hom.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παραβλήδην [παραβάλλω] adv., met bijbedoelingen, onoprecht, vals.

Middle Liddell

παραβάλλω
thrown in by the way, παραβλήδην ἀγορεύων speaking with a side-meaning, i. e. maliciously, deceitfully, Il.; cf. παράβολος I.